Σάββατο, Σεπτέμβριος 05, 2009

9-1-1997




Ψιλόβροχο στην Αρχιμήδους
και δε με νοιάζει δεμενοιάζει
το φως από τις λάμπες που χορεύοντας
αρκούδοι ανοίγουνε μπαούλα παιδικά
κι η μουσική ακούγεται ξοπίσω

Δεν είν' η νύχτα π' άναψε το φως
ούτ' ένα κύμα πού' σκασε σαν όλεθρος
είναι τα χέρια κι η φωνή της που συνάντησα
πάνω που πήγα να ξανάρθω

Και ξάφνου τα στενάκια δε με στένευαν
τις λέξεις πια δε συγκρατούσα
μήνες και χιόνια ξεχυθήκανε
κι έτσι ανεπαίσθητα άρχισα να σιγοτραγουδώ

Η Αρχιμήδους γέμισε με χρώματα
πράσινο σε γωνιές και κόκκινο σε στέγες
μια γάτα είδα την εφίλησα
λίγο σηκώθηκα κι άρχισα να πετάω

[κι αν στο κατόπιν θα κρατάς σοκολατάκια
κι αυτά με το φουντούκι τους να λυώνουν
ή το χαρτί τ' ανακυκλώσιμο το μπλε
τα ίχνη της ξυλομπογιάς, τα εισιτήρια
σώσε με θα φωνάζω και θα φεύγεις
στο Hollyday, το in και στις προσθήκες]

Σάββατο, Ιούλιος 25, 2009

Οι τηλεπωλητές των εθνών



Η Ιστορία, το ΛΑΟΣ και το Πρώτο Θέμα


Ο «εθνικός μειοδότης του μήνα» ονομάζεται Γιώργος Κόκκινος και είναι αναπληρωτής καθηγητής Μεθοδολογίας και Διδακτικής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Το «έγκλημά» του είναι ότι έκανε μια εισήγηση σε ένα συνέδριο του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, ασκώντας μεταξύ άλλων κριτική στο γνωστό βιβλίο Ιστορίας της Έκτης Δημοτικού. Η εισήγηση δημοσιεύθηκε σε ένα συλλογικό τόμο και ως «υλικό προς περαιτέρω ανάγνωση» αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του εργαστηρίου Διδακτικής της Ιστορίας του τμήματός του. Από εκεί φαίνεται ότι την αλίευσε ένας δημοσιογράφος του Πρώτου Θέματος. Το πρώτο δημοσίευμα της εφημερίδας είχε ως τίτλο «Η Ρεπούση του Αιγαίου», ενώ το «ρεπορτάζ» διανθιζόταν από μια φωτογραφία, που απεικόνιζε πτώματα Ποντίων, και από μια συκοφαντική καταγγελία ενός γυμναστή, για την έλλειψη μόνιμης κατοικίας του καθηγητή στη Ρόδο. Ακολούθησε δεύτερο δημοσίευμα του Πρώτου Θέματος στις 12 Ιουλίου, όπου η «έρευνα» προχωρά και στην υπόλοιπη εργογραφία του Κόκκινου, προς άγραν αντεθνικών φράσεων και προδοτικών κινήσεων. Στο μεταξύ, είχε μεσολαβήσει ερώτηση του βουλευτή του ΛΑΟΣ Άδωνι Γεωργιάδη, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Οικοδόμηση Εθνικής Συνείδησης και Παραβίαση του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος από Καθηγητή Πανεπιστημίου» , καθώς και άλλη μια ερώτηση, από τον Κυριάκο Βελόπουλο, με εξίσου εύγλωττο τίτλο: «Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου με θέση αποκλειστικής απασχόλησης εμφανίζεται αραιά στην εργασία του».
Πριν περάσω στο κυρίως θέμα, οφείλω να υπογραμμίσω μια (διόλου τυχαία) σύμπτωση: ο Γιώργος Κόκκινος δεν είναι μόνο μειοδότης αλλά είναι και απατεώνας, αφού εξαπατά το Δημόσιο: εφόσον δεν διαμένει μόνιμα στη Ρόδο, εμπίπτει στην κατηγορία των καθηγητών μερικής απασχόλησης και άρα θα έπρεπε να λαμβάνει μειωμένο μισθό. Έτσι, ακόμα και στην περίπτωση που μια μερίδα αναγνωστών του Πρώτου Θέματος δεν συγκινηθεί με τις «ακραία ανθελληνικές» απόψεις του, δεν μπορεί παρά να αγανακτήσει με άλλη μια περίπτωση καταλήστευσης του δημοσίου χρήματος.
Το επίδικο, όμως, είναι ο δημόσιος χώρος. Παρότι οι επιθέσεις εναντίον της ακαδημαϊκής ελευθερίας αυξάνουν (με προεξάρχοντες τους προαναφερθέντες βουλευτές), όσο κάποια ζητήματα παραμένουν εντός των πανεπιστημιακών τειχών έχουν περιορισμένη απήχηση στο σύνολο της κοινωνίας. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο, με ζητήματα που άπτονται του σχολείου. Δεν είναι τόσο η ιστορική επιστήμη αυτή που «απειλεί», όσο η σχολική ιστορία. Γιατί αυτή έχει επίδραση (στην πραγματικότητα μικρότερη από όσο νομίζουν κάποιοι) στη συλλογική μνήμη. Το κρίσιμο στοιχείο που ελέγχουν οι κατήγοροι, τόσο της Μαρίας Ρεπούση όσο και του Γιώργου Κόκκινου, είναι η παραγόμενη εντός του σχολικού θεσμού ιστορική γνώση. Όχι γιατί θεωρείται ως μια διαδικασία που συνδέει την επιστημονική ιστορία με τις διάχυτες ιδέες, όψεις και αναπαραστάσεις του παρελθόντος που υπάρχουν στην κοινωνία. Αλλά γιατί η παραγόμενη εντός του σχολείου ιστορική γνώση θεωρείται ως μια μορφή ηθικοπλαστικής κατήχησης, με «εθνωφελείς» ή, αντίθετα, καταστροφικές συνέπειες, στις αθώες ψυχές των μαθητών. Δηλαδή, θεωρείται ως μια διαδικασία, όπου οι μαθητές μετατρέπονται αυτομάτως σε εν δυνάμει πολιορκητές της Κωνσταντινούπολης ή, αντίθετα, σε μειοδότες υπουργούς Εξωτερικών.
Διάβασα προσεκτικά το «αμαρτωλό» κείμενο του Γιώργου Κόκκινου. Ουδεμία απολύτως σχέση έχει με όσα του καταμαρτυρούνται από τους κινδυνολόγους δημοσιογράφους και τους «εθνικά σκεπτόμενους» βουλευτές. Πρόκειται για μια άρτια, επιστημονικά τεκμηριωμένη κριτική, όχι μόνο του βιβλίου της Έκτης Δημοτικού αλλά και της απουσίας μιας δυναμικής αριστερής παρέμβασης στο δημόσιο λόγο, σχετικά με την Ιστορία και τη διδασκαλία της. Η συλλογική μνήμη, η δημόσια χρήση της ιστορίας μας αφορά όλους – και δε μπορώ παρά να συμφωνήσω πως ούτε η εκ των υστέρων άμυνα ούτε η ελιτίστικη απαξίωση του διαλόγου με τον οποιονδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια ορθή αντιμετώπιση ενός πραγματικού προβλήματος – διότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό και το βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας.
Δεν είναι βέβαια αυτά τα σημεία του εν λόγω κειμένου που προκάλεσαν την μήνιν των τηλε-ευαγγελιστών του εθνικού μας μεγαλείου. Είναι η κριτική στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και την Ακαδημία Αθηνών, θεσμοί οι οποίοι παραβίασαν εξόφθαλμα (και δίχως σχεδόν καμία αντίδραση) την κείμενη νομοθεσία, γνωμοδοτώντας για ένα σχολικό βιβλίο ως μη όφειλαν. Αλλά κυρίως είναι η κριτική στο όλο πλαίσιο της διδασκαλίας της Ιστορίας στο σχολείο: το αναλυτικό πρόγραμμα, για παράδειγμα, το οποίο εγκλωβίζει τον όποιο (καλοπροαίρετο, αριστερό, δεξιό ή κεντρώο) συγγραφέα εγχειριδίων στο σχήμα της αδιάσπαστης συνέχειας του ελληνικού έθνους, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, και ταυτόχρονα του αποκλείει τη δυνατότητα να συνδέσει την ελληνική ιστορία με την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια, του επιβάλλει να συγγράψει ένα ομοιογενοποιημένο, ενιαίο, αταξικό, ψευδοαντικειμενικό, κλειστό και απροβλημάτιστο αφήγημα, το οποίο παρουσιάζεται ως η Ιστορία, καθορίζοντάς του ακόμα και την παραμικρή λεπτομέρεια. Αυτή η Ιστορία δεν είναι βέβαια η σύνθεση ή το σύνολο των ιστοριών που παράγονται από την επιστημονική ιστοριογραφία, έστω και σε «εκλαϊκευμένη» μορφή. Αντίθετα, ενώ η επιστημονική ιστοριογραφία δεν παύει να δημιουργεί τα αντικείμενά της και να εμπλουτίζει με νέες έρευνες και κείμενα την ιστορική γνώση –είναι δηλαδή μια διαδικασία χωρίς τέλος, ένα έργο ανοιχτό, μια διαρκής διερώτηση-, η σχολική ιστορία είναι κλειστή, παγιωμένη, χωρίς προβλήματα και προβληματισμούς, μια Ιστορία κοινών τόπων και στερεοτύπων.
Οι κοινοί τόποι είναι ένα εξαιρετικά ακανθώδες ζήτημα. Προϊόντα της αναστολής της κριτικής ικανότητας των ανθρώπων, αλλά και παραγωγοί μιας κοινότητας (νοημάτων και ανθρώπων), δεν μπορούν παρά να αποτελούν τους κατεξοχήν εχθρούς κάθε συνειδητοποιημένου και κοινωνικά ενεργού επιστήμονα, όπως ο Γιώργος Κόκκινος, αλλά ταυτόχρονα και τα σημαντικότερα εμπόδια, όσον αφορά τη διάχυση της επιστημονικής γνώσης στο κοινωνικό σώμα.
Έχει ειπωθεί, ότι τόσο η ατομική όσο και η συλλογική μνήμη είναι μια «ανακουφιστική λαθροχειρία». Είτε το θέλουμε είτε όχι, ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας (μέρους της αριστεράς συμπεριλαμβανομένου) γραπώνεται από τα παραληρήματα των πωλητών της «εθνικής μας ιδιαιτερότητας», βρίσκοντας εκεί παρηγοριά και νόημα. Από την άλλη μεριά βρίσκονται ιστορικοί, κοινωνικοί επιστήμονες, αλλά και ενεργοί πολίτες, οι οποίοι δεν είναι πρόθυμοι να πιστέψουν ή να υποστηρίξουν «πατροπαράδοτες αλήθειες» ή «προαιώνιες αποστολές» - για να μην αναφερθώ σε θεωρίες συνωμοσίας, εβραίων, εσωγήινων ή εξωγήινων, ή καταγωγής των ελλήνων από τον Σείριο.
Ένας μεγάλος βέλγος ιστορικός, έγκλειστος ο ίδιος σε γερμανικό στρατόπεδο κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, κατέκρινε τους «εθνικούς ιστορικούς», δίνοντας ταυτόχρονα και τη μόνη δυνατή απάντηση: «Συμβαίνει συχνά στον ιστορικό να συμπεριφέρεται απέναντι στο έθνος του όπως ο αρχιτέκτονας απέναντι στους πελάτες του. Προσπαθεί προπάντων να του προσφέρει μια Ιστορία σύμφωνη με το γούστο του και τις συνήθειές του, με λίγα λόγια μια Ιστορία κατοικήσιμη. Όμως η Ιστορία, τουλάχιστον στο βαθμό που διεκδικεί το όνομα της επιστήμης, δεν σκοπεύει στην πρακτική - σκοπεύει μόνο στην αλήθεια. Και πώς αλλιώς είναι δυνατόν να ανακαλύψει κάποιος την αλήθεια, παρά στρέφοντας το βλέμμα του προς αυτήν;»
Σήμερα, έχουμε μπροστά μας μια σύγκρουση μεταξύ ενός πολλαχόθεν προβαλλόμενου «κοινού περί ιστορίας αισθήματος» και μιας ιστορικής επιστήμης που στοχεύει στο πραγματικό, στην ανάδειξή του αλλά και στην ανατροπή του. Μια σύγκρουση όχι χωρίς πολιτικό κόστος, αλλά που σήμερα καθίσταται εκ των πραγμάτων επιτακτική. Μέλημα της αριστεράς δεν μπορεί παρά να είναι η προάσπιση της ελευθερίας – της ακαδημαϊκής και όχι μόνο.

Τετάρτη, Ιούλιος 01, 2009

ΠΑΙΔΙΟΘΕΝ



Αλλού θα τό' βρω το Μιράντα
όχι στην όχθη του Πτί - Μπερ
στην άχνη στο λουκούμι το λυωμένο
μα στου Γατόπαρδου τα ίχνη, τη σπονδή

Αλλού θα βρω τη συμφωνία
όχι στο ξόρκι του ματιού
στου νεροβούβαλου τον καλαμιώνα τον ισχνό
μα στο χαλάζι του χαμού, στον πάσσαλο

Αλλού θα βρω Παρασκευές
όχι στα σύνορα τα ιερά τρόπον τινά
στις περιφράξεις φασολιών ανθρωπολόγων
μα στη μορφή χωρίς την εσοχή: αλλού γι' αλλού

Τρίτη, Μάϊος 26, 2009

Η ΜΝΗΜΗ ΚΟΣΤΙΖΕΙ ΑΚΡΙΒΑ



Τάνο Ντ’ Αμίκο

Στο Παλέρμο μπαίνουμε στο σαλόνι του Μεγάρου Αμπατέλλις και βρισκόμαστε περιτριγυρισμένοι από μια σελίδα της Αποκάλυψης. Στη μεγάλη τοιχογραφία ο Θάνατος επελαύνει έφιππος με τόξο και βέλη. Έχει ήδη σφάξει τους ισχυρούς της Γης κι έχει φτάσει σχεδόν τις όμορφες κόρες και τους νέους των καλών οικογενειών που χορεύουν, παίζουν λαούτο, ασκούνται στην ιερακοθηρία. Κανείς τους δεν έχει αντιληφθεί τον Θάνατο.
Ικετεύουν τον Θάνατο, αντίθετα, τα πρόσωπα μιας μικρής ομάδας στο κάτω αριστερά μέρος της τοιχογραφίας. Από τον καβαλάρη αγνοούνται, παραμελούνται, ξεπερνιούνται. Χειρονομούν και φωνάζουν για να τους προσέξει. Είναι γυναίκες με λευκά πένθιμα πέπλα, επαίτες, προσκυνητές που αναζητούν αιωνίως τον Θεό, φυγάδες με ενδυμασίες κυνηγημένων μειονοτήτων, καταδικασμένοι και ακρωτηριασμένοι από την επίγεια δικαιοσύνη.
Μέσα από αυτό το πλήθος, για το οποίο η ζωή είναι αβάσταχτη, δυο πρόσωπα μας ατενίζουν. Έχουν την κόμμωση, τα ρούχα, τα σύνεργα των ζωγράφων του 15ου αιώνα. Η στάση τους, οι χειρονομίες τους μας φανερώνουν ότι πρόκειται για τους δημιουργούς της τοιχογραφίας κι ότι είναι περήφανοι που παρασταίνονται εκεί, ανάμεσα σε αυτούς που δεν έχουν εξουσία, ανάμεσα σε αυτούς που ψάχνουν το απόλυτο, τους ταπεινωμένους, τους κατατρεγμένους. Ο δάσκαλος κι ο μαθητής αναπαρίστανται διαδοχικά. Ο δάσκαλος μας δείχνει τον νεαρό ζωγράφο ως τον πραγματικό δημιουργό του έργου. Χωρίς τα ερεθίσματά του η τοιχογραφία θα είχε λάβει ένα άλλο νόημα. Μας τον δείχνει με ένα πνευματώδες πρόσωπο και δυο τεράστια φοβισμένα μάτια σαν από γοτθικό άγαλμα.
Στον κόσμο της λέξης και της εξουσίας δεν άρεσε η υπερήφανη δήλωση εκείνου του νέου. Το όνομά του εξαφανίστηκε από κάθε έγγραφο, η τοιχογραφία του καλύφθηκε με καπνό και το χέρι του δε βρίσκεται σε κανένα άλλο έργο. Δεν απέκτησε ποτέ παραγγελιοδότες, ποτέ πια δεν του ξαναδόθηκε ευκαιρία. Τι τόσο τρομερό είχε πει εκείνος ο νέος με τα λίγο γοτθικά μάτια; Είχε μόνο αισθανθεί την ανάγκη να επιβεβαιώσει ότι οι εικόνες, οι νέοι τρόποι του οράν, γεννιούνται από τους ανικανοποίητους, από εκείνους που δε θέλουν και δε ζητούν εξουσία. Κι ότι οι εικόνες είναι με τους αδύναμους, τους φτωχούς, τους ηττημένους.
Έχω ένα μυστικό. Με αυτές τις λέξεις, όμοιες με αρθρωμένους αναστεναγμούς, αρχίζει η τελευταία τηλεοπτική συνέντευξη του υπέργηρου φωτογράφου Σάντρο. Η τελευταία πριν πεθάνει. Τα ορθάνοιχτα μάτια αφήνουν να δει κανείς τις αναμνήσεις που στριφογυρίζουν όλο και πιο πίσω και γραπώνονται σε μακρινά χρόνια νιότης, στη φιλία του με τον Ματεόττι. Ο Σάντρο με τις εικόνες του έκανε να μιλούν τα βλέμματα και τα χέρια. Όλοι θυμόμαστε την χάρη της χειρονομίας του Ματεότι που ανοίγει για τον φίλο φωτογράφο τη στοργική και προστατευτική αλυσίδα των συντρόφων. Θέλει να είναι ευγενικός όπως πάντα, χαμογελά, όμως η όψη του είναι ανήσυχη. Το χέρι ανασηκώνει το σακάκι και φανερώνει τις χειρόγραφες σελίδες που αναδύονται από την τσέπη. Ο τελευταίος του λόγος. Μια φωτογραφία που παραμένει στη μνήμη.
Ο αρχηγός της ομάδας των δολοφόνων, το ίδιο βράδυ της απαγωγής, άνοιξε με μια κλωτσιά την πόρτα του φωτογραφικού πρακτορείου που δούλευε ο Σάντρο, σήκωσε ψηλά κάτι που βρισκόταν στο ματωμένο μαντήλι. «Φωτογράφισε τ’ αρχίδια του Ματεότι» του ψιθύρισε. Ο Σάντρο ξέφυγε ουρλιάζοντας στην πλατεία Πιέτρα, μετά στην πλατεία Κολόννα, μετά στην οδό Κόρσο. Εκείνη τη νύχτα δεν τον άκουσε κανένας. Ούτε μετά. Ούτε όταν, πολλά χρόνια αργότερα, το διηγήθηκε στην τηλεόραση του κράτους.
Έχω ένα μυστικό. Γέρνει μπροστά ο υπέργηρος φωτογράφος Σάντρο, έχοντας γίνει η ενσάρκωση του εύθραυστου της νιότης. Παίρνει τη μορφή του αγοριού που από τα αντιτειχίσματα του καθεδρικού της Chartres σηκώνει το πηγούνι και περιμένει αιώνες τώρα κάτι να το χαϊδέψει και να το στηρίξει.
Ίσως για τον καθένα υπάρχει μια εποχή που δεν μπορεί να ζει με ένα ψέμα. Ας επιστρέψουμε στην εποχή του εύθραυστου αγοριού της Chartres, στους συνομηλίκους του που από όλο τον γνωστό κόσμο έρχονταν σε ένα πανεπιστήμιό μας για να προετοιμαστούν για τη ζωή. Σε ένα πανέμορφο μουσείο της Μπολόνια βρίσκεται η συνθήκη ειρήνης που αυτοί οι νέοι επέβαλλαν στην πόλη. Είχε ξεσπάσει μια διαμάχη, συνελεύσεις, πορείες, ταραχές, οι φρουροί του κυβερνήτη δολοφόνησαν έναν φοιτητή, τα παιδιά αποφάσισαν ομόφωνα να φύγουν. Απομακρύνθηκαν όλοι μαζί σχηματίζοντας μια μεγάλη πομπή. Η πόλη δε θα μπορούσε να ευημερήσει χωρίς τα χρήματα των φοιτητών και στάλθηκαν πρεσβευτές να τους ικετεύσουν να γυρίσουν πίσω. Τα παιδιά απαίτησαν να ορκιστούν οι αρχές της πόλης ότι ποτέ πια δε θα χυνόταν άλλο αίμα. Απαίτησαν επίσης το επεισόδιο και ο όρκος να οριστικοποιηθούν για πάντα, για να το θυμούνται όλοι. Δεν απαίτησαν μια περγαμηνή, αλλά μια εικόνα σκαλισμένη σε μάρμαρο: οι νέοι που παρασταίνονται έχουν τα πρόσωπα, την όψη, τα ενδύματα ανθρώπων που έχουν έρθει από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μας κοιτούν με τα μεγάλα γοτθικά τους μάτια και μας αφηγούνται πως θα γονάτιζαν μόνο μπροστά στην Παναγία, ποτέ μπροστά σε μια κοσμική, εκκλησιαστική, ανδρική εξουσία.
Μπορεί να υπάρξει για τον καθένα μια εποχή που δε μπορεί να ζει με ένα ψέμα. Αυτό τα παιδιά το είχαν βιώσει. Όμως, οι εξαιρετικά μορφωμένοι φοιτητές της Μπολόνια, όλοι τους ειδικοί στα Γράμματα, διαισθάνονταν πως αυτή η εποχή μπορεί να περάσει, πως πολλοί από αυτούς θα λάμβαναν θέσεις στην κοσμική και εκκλησιαστική εξουσία. Κι ότι δεν υπάρχει λέξη που δε μπορεί να διορθωθεί, να διασκευαστεί, να εναρμονιστεί, ακόμα κι αν είναι γραμμένη σε μια πέτρα. Ένας τρόπος να κοιτάς, όχι. Ένας τρόπος να σε κοιτάζουν, όχι. Ένας τρόπος να σε κοιτάζουν δε μπορεί ποτέ να διορθωθεί.
Εννοείται πως ο όρκος που επέβαλλαν καταπατήθηκε. Δεν υπήρχε πια κυβερνήτης και οι χωροφύλακες της Δημοκρατίας πυροβόλησαν τον Φραντσέσκο κάτω από το πλαϊνό περίστυλο του πανεπιστημίου. Οι νέοι ξεσηκώθηκαν, έφτιαξαν οδοφράγματα. Άρπαξαν ένα πιάνο από ένα ακριβό εστιατόριο και το τοποθέτησαν πάνω σε ένα οδόφραγμα, έπαιζαν όλη τη νύχτα ώσπου έφτασαν τα τανκς.
Και σ’ άλλες πόλεις ξεσηκώθηκαν. Σε μια γέφυρα του Τίβερη ένας σκοπευτής της αστυνομίας επέλεξε την Τζορτζάνα μέσα από ένα πλήθος που έσπαγε την απαγόρευση διαδηλώσεων.
Δεν υπήρξε καμιά συνθήκη ειρήνης. Μόνο μια πελώρια οδύνη. Δεν έχουν μείνει εικόνες σκαλισμένες στην πέτρα. Από κάποια φωτογραφία τα αγόρια και τα κορίτσια κοιτάνε με τα πελώρια γοτθικά μάτια που έχουν πάντα όταν περικλείονται από τοίχους υποκρισίας και βίας.
Ίσως δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ζήτημα χρόνου και φωτός, όπως στη φωτογραφία, όπως στον κινηματογράφο, όπως στη μνήμη.
Κι οι αναμνήσεις είναι φτιαγμένες από χρόνο και φως. Ένας πλαστικός χρόνος που επιμηκύνεται και συμπτύσσεται, αυξάνει και μειώνεται. Αργά ή γρήγορα καταλήγει να συνθηκολογήσει με τον χρόνο της ζωής. Αργά ή γρήγορα οι αναμνήσεις τακτοποιούνται, βρίσκουν μια δική τους τάξη. Σταματούν να σπρώχνονται, να μαλλιοτραβιούνται, να κάνουν κακό. Ακόμα και το φως που τις τυπώνει, τις παγιώνει, τις ράβει καταλήγει να γίνει κάπως αποδεκτό: δεν είναι πάντα κολακευτικό, μπορεί να μείνει κάποια αντίθεση υπερβολικά τονισμένη, κάποια γυαλάδα, κάποιο πολύ σκοτεινό σημείο, πολύ μπερδεμένο αλλά υποφερτό. Σταματά να πληγώνει.
Αλλά υπάρχουν και αναμνήσεις πιο δυνατές κι από την ίδια τη μνήμη.
Αναμνήσεις στις οποίες ο χρόνος σταματά απότομα, σταματά για πάντα. Είναι το φως που παρασύρει τις εικόνες, που δεν κατορθώνει να αποχωριστεί αυτόν τον χρόνο που τέλειωσε. Φοβάται μη χαθεί. Γυρίζει πίσω, αναπηδά, περιελίσσεται, γραπώνεται από αυτό τον διακεκομμένο χρόνο.
Γίνεται πιο λευκό, σκληρό σαν το φως εκείνων των παλιών λάμψεων της σκόνης μαγνησίου. Και γίνεται χειροπιαστό. Στις εικόνες, μπορεί κανείς να το αισθανθεί στο δέρμα του, γίνεται ένας αέρας που τραβάει πίσω τα ρούχα, τα μαλλιά. Οι αναμνήσεις σταματούν, συνθλίβονται. Κι αυτό το φως επεξεργάζεται κάθε κόκκο, κάθε σημείο, μετατρέποντάς το σε κομματιασμένα μπουκάλια.
Κάθε εποχή, κάθε κίνημα έχει τα πρόσωπά του. Είναι φτιαγμένα από τις προσδοκίες, τις ελπίδες, τις εντάσεις, τη συνειδητοποίηση. Έχουν κάτι κοινό στα μάτια τους που οι εικόνες έχουν ανέκαθεν συλλάβει. Με διαφορετικά σημάδια, με διαφορετικούς τρόπους, αυτό το βλέμμα είναι η διαφορά μεταξύ της γραπτής και της προφορικής κουλτούρας, μεταξύ της αξιοπρέπειας και της ποινικοποίησης, μεταξύ της ανάμνησης και του απολογισμού, μεταξύ της λήθης και της μνήμης.
Για να συλληφθεί και να αποδοθεί από κάποιον, αυτό το βλέμμα πρέπει να το συμμεριστεί πλήρως. Η μνήμη κοστίζει ακριβά, κανείς δεν τη χαρίζει. Όταν οι καταστάσεις γίνονται πραγματικά δύσκολες ο γραπτός λόγος καταλήγει να διστάζει, να αποτραβιέται, να απέχει, να παραιτείται, να αποστατεί. Καταλήγει, αν και εμμέσως, να συντάσσεται με τους πιο ισχυρούς, με αυτούς που με τη δύναμη νικούν πάντα.
Η μνήμη κοστίζει ακριβά.
Από τους φωτογράφους της εποχής μου ο Άλντο Μπονάζια ήταν αυτός που πλήρωσε ακριβότερα. Ο Άλντο περιγράφεται στα εγχειρίδια ως ο ταλαντούχος ιδρυτής ενός καινοτόμου φωτογραφικού πρακτορείου. Θα ήθελα να προσθέσω ότι ήταν ο φωτογράφος ενός πολύ γοητευτικού, από γραφιστικής άποψης, ακροαριστερού περιοδικού. Ήταν επίσης κι ο πιο θαρραλέος απ’ όλους μας, κι ο καλύτερος τεχνίτης. Από παιδί, πουλιέζος που μετανάστευσε στο Μιλάνο, είχε βρει δουλειά στο κατάστημα ενός ηλικιωμένου φωτογράφου που εργαζόταν ακόμα με πελώριες μηχανές φτιαγμένες από ξύλο κερασιάς. Είχε έναν μοναδικό τρόπο να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο: έτρεχε καταπάνω του. Όταν οι χωροφύλακες στο Μιλάνο οδηγούσαν τις κλούβες κάνοντας ζιγκ ζαγκ μέσα στο πλήθος που είχε ανέβει στα πεζοδρόμια, ο Άλντο έτρεξε να τους ακολουθήσει. Ο Τζιαννίνο προσπαθεί να βοηθήσει έναν σύντροφο που βρισκόταν σε δύσκολη θέση και καταλήγει κάτω από τις ρόδες. Ο εγκέφαλός του πετάει ακόμα στη φωτογραφία του Άλντο. Είναι μια από εκείνες τις εικόνες στις οποίες ο φωτογράφος κατορθώνει να δείξει ακόμα κι αυτό που δε φαίνεται. Να δείξει το πλαίσιο, τα γιατί, τα κίνητρα, το πώς θα καταλήξει. Ακούγονται κραυγές που ζητούν δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη και η αγάπη της μνήμης.
Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν πραγματικά, τα ιδεώδη και οι αξίες γίνονται ένα ηττημένο άλογο, κι αντιλαμβάνεται κανείς πως είναι ανόητο να στοιχηματίσει πάνω του. Έρχονται περίεργες εποχές όπου, με έναν μαγικό τρόπο, γίνεται πιο βολικό για όλους να σβηστούν κάποια χρόνια από τη ζωή τους, μαζί με τις φιλίες, τους έρωτες, τις ελπίδες που τα ζωντάνευαν. Όλο το θάρρος του Άλντο δεν του έφτασε για να αντέξει αυτού του είδους την προδοσία. Στις τελευταίες του εικόνες ο ευρυγώνιος φακός γίνεται ένα απελπισμένο ψυχάρι που προσκρούει στις καλύβες όπου μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων καταλήγει να συνθλίβεται. Στο υπόγειο, εκεί που κατάντησε να ζει, ο φωτογράφος ανοίγει το γκάζι κι ενώνεται για πάντα με τους τελευταίους φίλους του.
Η παλινόρθωση περνά από τις εικόνες. Έχει ενδιαφέρον ο τύπος εκείνης της εποχής. Ακόμα κι ο πιο προσεκτικός, ικανός, εξευγενισμένος. Ένα περιοδικό δημοσιογράφων που απευθυνόταν σε δημοσιογράφους περιγράφει ως συνωμότη της σιωπής και ψεύτη έναν φωτογράφο που είχε ζήσει εκείνα τα χρόνια με συμμετοχή και αδιαλλαξία. Ως συνωμότη της σιωπής, ίσως επειδή οι δουλειές του δεν χρησίμευσαν για να ενοχοποιηθεί κανείς. Ως ψεύτη, ίσως επειδή επέμενε να μην απεικονίζει ως αιμοδιψή τέρατα τους νέους τους οποίους είχε δει να παίζουν (λίγο) και να κλαίνε (πολύ). Λίγο πριν του είχαν αφαιρέσει την άδεια η οποία εκείνη την εποχή επέτρεπε να εργάζεται κάποιος στο δρόμο. Μόνο ένα περιοδικό φωτογραφίας αντιλήφθηκε ότι γι’ αυτόν νεκρανασταινόταν ένα διάταγμα του ρωμαϊκού και παπικού 19ου αιώνα το οποίο εξίσωνε τους φωτογράφους με τους τσιγγάνους, τους μίμους, τους σαλτιμπάγκους. Παρόλα αυτά, η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι σωστή και χρήσιμη.
Ο φωτογράφος ξεγλίστραγε σαν παράνομος σαλτιμπάγκος στους δρόμους της πόλης του και διαπίστωνε πως η φωτογραφία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η δυνατότητα να επεκτείνει κανείς, να πολλαπλασιάσει την ικανότητα που έχει το ανθρώπινο είδος να μιλά με χειρονομίες, με τα μάτια, με τις γραμμές του προσώπου, με την ενδυμασία.
Για να αφηγηθεί κάτι ένας μίμος του αρκεί η γωνιά ενός δρόμου χωρίς αστυνομία, για να το κάνει ένας φωτογράφος, μια μηχανή κάτω απ’ το σακάκι του.
Διαπίστωνε ότι το λεξιλόγιο των περιπλανώμενων ηθοποιών και των φωτογράφων ήταν αυτό που ταιριάζει περισσότερο στα κινήματα. Ασαφές, ακαταμάχητο, ανεξέλεγκτο. Ένα λεξιλόγιο που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για συμπεράσματα, προσδιορισμούς, κωδικοποιήσεις, αλλά μόνο ως αφετηρία για σκέψεις, αναμνήσεις, αισθήσεις. Ένα λεξιλόγιο απαλό κι αφηρημένο όπως εκείνο το τμήμα του νου μας που έχει πάρει μπρός και κινεί κι εμάς μαζί του. Που μας κάνει να περπατάμε με έναν διαφορετικό τρόπο. Σχηματίζονται νέες εικόνες με το σώμα μας. Τα ρούχα, οι χειρονομίες λένε πράγματα που μέχρι χτες δε λέγονταν.
Είναι στις εικόνες που πρέπει να αναζητήσει κανείς την ιστορία των ηττημένων κινημάτων, των ελπίδων που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Κάποιες ήταν έτοιμες να πραγματοποιηθούν, όλες έχουν σαρωθεί. Πολλές, ακόμα κι απ’ τη μνήμη. Είναι στις εικόνες που τα θαμμένα δράματα μας ζητούν ακόμα δικαιοσύνη. Όταν η ιστορία σκίζεται, όταν υπάρχει σύγκρουση, ξεπετάγονται εικόνες νέες, νέοι τρόποι όρασης. Όταν τίθεται υπό συζήτηση ένα καθεστώς, το πρώτο πράγμα που αλλάζει είναι οι εικόνες. Έτσι ήταν πάντα. Όμως στα χρόνια που βρεθήκαμε να ζούμε είναι ακόμα περισσότερο αλήθεια.
Μου έρχεται στο μυαλό μια τραγική φωτογραφία του 1933. Η αυλή μιας βιομηχανικής αποθήκης, κάποιοι άνθρωποι με μια φαιόχρωμη στολή περικυκλώνουν αγόρια και κορίτσια, τα ανεβάζουν σε ένα φορτηγό του στρατού. Τη σκηνή την επιβλέπει έχοντας ανοιχτά τα πόδια του, τα χέρια στη μέση, ένας αξιωματικός της πολιτοφυλακής του Χίτλερ. Σε εκείνη την αποθήκη, στην περιφέρεια του Βερολίνου είχε βρει καταφύγιο το Μπάουχάουζ, μετά την απομάκρυνσή του από τη Βαϊμάρη και το Ντασάου. Αυτή η λυπημένη και ξεθωριασμένη φωτογραφία είναι ότι απέμεινε από μια ιστορική ήττα της ανθρωπότητας: εκείνα τα χρόνια δινότανε η τελευταία μάχη του ανθρώπινου είδους για την ιδιοποίηση της ίδιας της έννοιας της φαντασίας. Η ήττα ήταν τόσο πλήρης που δεν υπάρχει πια ούτε η ανάμνηση αυτής της μάχης.
Στο επίκεντρο βρισκόταν ο άνθρωπος και το βλέμμα του. Τώρα παραμένουν οι ρόλοι που άλλοι καθορίζουν για μας. Και οι εικόνες άλλο τίποτα δεν είναι παρά φτωχά ιλουστρασιόν πράγματα κατάλληλα για να εικονογραφήσουν οποιονδήποτε λόγο. Κατάλληλα για να απορροφήσουν το νόημα που η ιδιοποίηση του νικητή τους προσδίδει κάθε φορά. Έχουμε χάσει την ανάμνηση αυτής της μάχης, παραμένουν τα όπλα που κατασκευάστηκαν από τη βιομηχανία που είχε προβλέψει τη σύγκρουση. Οι πιο πολυχρησιμοποιημένες φωτογραφικές μηχανές στην ιστορία επινοήθηκαν και κατασκευάστηκαν εκείνα τα χρόνια. Κάποιες είναι πανέμορφες και λειτουργούν ακόμα. Η νέα, διαφορετική εικόνα ξεχύνεται από τα σκισίματα της ιστορίας. Όταν τίθεται υπό συζήτηση ένα καθεστώς, το πρώτο πράγμα που αλλάζει είναι ο τρόπος της όρασης. Έτσι έγινε και στη ζωή μας, ότι κι αν σημαίνει αυτό.
Φιλιούνται οι νέοι που βρίσκονται στο Μιλάνο για την Πρωτομαγιά. Αν κάθε εποχή έχει τα πρόσωπά της, έχει επίσης και τα φιλιά της. Αυτά είναι φιλιά που έρχονται από μακριά. Έρχονται από τις μέρες της Βαρκελώνης, κι από πιο παλιά. Αν οι φωτογραφικές μηχανές ήταν λίγο πιο γρήγορες, θα τα είχαν συλλάβει στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της Κομμούνας. Ιμπρεσσιονιστικά φιλιά. Σφίγγονται δυνατά, υπάρχει η χαρά της αντάμωσης κι ο φόβος της απώλειας.
Είναι δεκάδες χιλιάδες, έχουν μια πενηνταριά πελώρια φορτηγά που τραντάζουν τα κτίρια και τα σπλάχνα με τις δονήσεις γιγαντιαίων ηχείων.
Σαλτιμπάγκοι, μπουλούκια χορευτών, παλιάτσοι, μπάντες, ορδές ποδηλατών, στίφη γυναικών, πολλές οι λευκές μάσκες των κοριτσιών που αρνούνται ν’ αγοραστούν ή να πουληθούν. Αγγίζουν την πλατεία του Ντουόμο, την Γκαλέρια, περικυκλώνουν ολόκληρο το κέντρο. Επικεφαλής πορεύεται ο Άγιος Επισφαλής, έχει την απαλότητα του λάστιχου, τα χέρια υψωμένα –ποιος ξέρει αν προσπαθεί να ευλογήσει το πλήθος ή να προστατεύσει το κεφάλι του, τα θλιμμένα και γοτθικά μάτια του αγοριού της Chartres. Η εφημερίδα της επομένης ισχυρίζεται ότι η πορεία δεν υπήρξε. Τα παιδιά έπαιξαν και φιλήθηκαν κρυφά, ανάμεσα σε δύο συνεχόμενα πλήθη.
Ένα μυστικό έχουν και οι δυο νεαροί χωρικοί που εδώ και σχεδόν πεντακόσια χρόνια φιλιούνται σε ένα μικρό φύλο χαρτί, σε ένα αυστηρό ράφι λίγα μέτρα από την πορεία. Έπεσα πάνω τους πριν από πολλά χρόνια. Είχα διαβάσει πως οι νεαροί μαθητές του Ντίρερ είχαν καταδικαστεί σε θάνατο γιατί «με τα έργα τους πρέσβευαν την κοινοκτημοσύνη των αγαθών». Ήταν οι μέρες της εξέγερσης και της σφαγής των χωρικών. Ως νεαρός φωτογράφος έψαξα να βρω έργα τους σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ήθελα να μάθω πώς το έκαναν. Δε βρήκα τα έργα, τα είχαν καταστρέψει όλα. Βρήκα πρακτικά, αναφορές, επιστολές καταδοτών, καταδικαστικές αποφάσεις. Ανέφεραν τίτλους, περιγραφές, επιχειρήματα. Πρόκειται για φέιγ-βολάν με ξυλογραφίες στις οποίες οι χωρικοί παρασταίνονταν με μια ανθρωπιά, μια αξιοπρέπεια, μια ομορφιά που δεν θα έπρεπε να τους παραχωρηθεί. Ούτε οι τρόποι τους θα έπρεπε να γίνουν αποδεκτοί: χόρευαν, διάβαζαν, αγαπιούνταν με τρυφερότητα.
Και οι δυο νεαροί χωρικοί που φιλιούνται στο αυστηρό ράφι της Αμβροσιανής Βιβλιοθήκης; Είναι πανέμορφοι, φιλιούνται με μια τρυφερότητα που μυρίζει αντίο, φυγή. Είναι έργο του δασκάλου, του αριστοκρατικού ζωγράφου, του φίλου και ομοτράπεζου του αυτοκράτορα. Μια μοναδική κίνηση της πένας τους σχεδιάζει και τους τοποθετεί στο βάθρο ενός μικρού χωραφιού, μια βορινή Άνοιξη. Μια μονοκονδυλιά. Ένας μόνο δισταγμός στη θέση της υπογραφής που λείπει. Και ο Ντίρερ είχε ένα μυστικό. Δεν ξανασχεδίασε ποτέ πια.

Παρασκευή, Απρίλιος 17, 2009

π.Β.


Στης καφεΐνης τη μορφή
πίνακες ζαλισμένων και ημίφως
γλυκό που τέλειωσε νομίζω δέκα πήγε
του νεραντζιού απόψυξη κι εκείνη με τις κούκλες:
πεζό θα γίνει
πρόχειρο
και μαντηλάκια Salve.

Κι όμως ήταν ωραίος ο Απρίλης
με τα καινούργια δάχτυλα
τα γεμιστά στις άκρες
τη δύναμη στον άδειο αναπτήρα
και το σημάδι του Δεκέμβρη.

Ήταν ωραίες οι Δευτέρες
με τα μολύβια χαραγμένες
το γέρσιμο η πλάνη
και το σώμα

όμως εσύ θ’ αδυνατίσεις
στριφτό τσιγάρο και με ζάχαρη
θα σε περάσουν μήνες και Παρασκευές
θα σου γυρέψουν αίμα
κι εγώ θα σ’ αγαπώ σ’ όλες τις γάτες

Τρίτη, Απρίλιος 07, 2009

Ο Δεκέμβρης από τη σκοπιά του Γενάρη




«Ο λόγος δε μπορεί να συλλάβει [τη γυμνή ζωή]
ει μόνο στο σάστισμα και στην έκπληξη
(οιονεί έκπληκτος, Schelling)».

Δεν είναι η έλλειψη δεδομένων περί των γεγονότων αυτή που οδήγησε σε παραστάσεις, κρίσεις και καταγραφές που πολύ απείχαν από όσα ζήσαμε, αλλά μάλλον η συντακτική αποδοχή του υπάρχοντος, το γνωστικό διαφέρον που επιβάλλει η θέση του δρώντος και του παρατηρητή, ο (εκσυγχρονισμένος πια) «από καθέδρας σοσιαλισμός», αυτό που οδήγησε στην άρνηση, την τυφλότητα ή τη συλλήβδην καταδίκη: παράδοξη αρχή για ένα κείμενο που θα μπορούσε να (κατα)κριθεί ως εμμένον στην παράθεση εικόνων, στον περιγραφισμό, στην («απλοϊκή») διατύπωση ερωτημάτων. Μια συγκροτημένη θεωρία περί του «τι πράγματι συνέβη» αργεί. Δε δικαιούμαστε να αναμένουμε έναν νεαρό Μαρξ να θέσει το πραγματικό ζήτημα τη στιγμή που ανακύπτει, ούτε όμως και δικαιούμαστε να αναμένουμε. Τα φαινόμενα δεν ταιριάζουν πια με τις κατηγορίες στις οποίες τα εντάξαμε ή με αυτές που κάποιοι εκτόξευσαν εναντίον τους. Εδώ προκύπτει ένα κενό. Αν δεν το γεμίσουμε με ερωτήματα, αν το καλύψουμε με πρόχειρες σανίδες και το προσπεράσουμε, κάθε στιγμή θα αναγκαζόμαστε να κατασκευάζουμε εξαιρέσεις σε έναν κανόνα που δεν ισχύει πια. Επιλέγουμε, λοιπόν, να καταθέσουμε «απλώς» μια αποσπασματική μαρτυρία περιστατικών αποσπασματικών πλην βιωμένων, υπενθυμίζοντας ότι κι αυτή είναι μια πολιτική στάση: το μόνο που μπορούμε να κάνουμε προς το παρόν.

Ένα συλλογικό υποκείμενο;
Αυτό που περισσότερο χρήζει επεξεργασίας είναι αυτό το διαρκώς κι από παντού επαναλαμβανόμενο «ένας σαν εμάς»: αφαιρώντας ένα-ένα τα στοιχεία που το απαρτίζουν θα καταλήξουμε εν τέλει να το επαναορίσουμε ως «κανένας». Κανένας – δηλαδή όλοι. Το «όλοι» είναι αυτό που μένει αν αφαιρέσουμε συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες. Αυτό που μας απασχολεί είναι το «συνανήκειν» του σώματος των συμμετεχόντων, το συγκροτημένο (πλην διαφοροποιημένο) προϊόν μιας ενεργητικής αντιπαράθεσης με την «άλλη πλευρά» του «όλοι»: όσων, δηλαδή, ένιωσαν να απειλούνται, έμειναν σπίτι τους ή παρέλασαν αποκεντρωμένοι, με ή χωρίς τη θέλησή τους, φοβούμενοι, αδιάφοροι ή κάνοντας δεύτερες σκέψεις. Ένα πολυδιασπασμένο κι εξακτινωμένο κοινωνικό υποκείμενο που συναντήθηκε στους δρόμους για ολόκληρες εβδομάδες: μια μη αναμενόμενη συνάντηση. Μαθητές γυμνασίων και λυκείων, μετανάστες δεύτερης γενιάς, φοιτητές οργανωμένοι ή ανοργάνωτοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, άνεργοι. Ένας αστερισμός υποκειμένων που δεν διατύπωσε ρητά- δηλαδή διαχειρίσιμα- πολιτικά αιτήματα, αλλά διαμόρφωσε πολιτικά προτάγματα και προκάλεσε κοινωνικά ρήγματα μη διαχειρίσιμα ούτε από το εσωτερικό του ούτε όμως κι από τους διαχειριστές της εξουσίας – κι αυτό ίσως είναι και το πιο κρίσιμο: η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να απαντήσει με οποιαδήποτε «εξαγορά», με οποιαδήποτε μορφή μέτρων εκτόνωσης παρά μόνο με τη βία των σωμάτων ασφαλείας. Υπό κριτική τέθηκε και η μαζικότητα όσων με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συμμετείχαν στην εξέγερση. Μέχρι ποιο σημείο οι αποκεντρωμένες αντιδράσεις ήταν αποτέλεσμα μιμητισμού των πρωτεργατών της μητρόπολης; Και πώς κατάφεραν να είναι ποσοτικά και ποιοτικά σε πολλές περιπτώσεις ανάλογες με τις αντίστοιχες ενέργειες που διέπρατταν οι «επαγγελματίες επαναστάτες – προβοκάτορες» των Αθηνών; Η δημογραφική έκρηξη των «300 γνωστών αγνώστων» που υπάρχουν ως στοχοποιημένος, αποκλειστικός φορέας της μη νόμιμης βίας ήδη από το Νοέμβρη του ’73 φαίνεται να μην εξηγείται με επάρκεια από αναγωγιστικές συλλογιστικές και εκδοχές συνενοχικής παραβατικότητας στιγμιαίου χαρακτήρα από συγγενείς, φίλους και άβουλους μαθητές θύματα προπαγάνδας των εν λόγω «ταραξιών».

Η βία, λοιπόν
Μεγάλο μέρος όσων ειπώθηκαν κινήθηκαν στη λογική της αναθεματιστικής απόρριψης των βίαιων πρακτικών της εξέγερσης με έναν λόγο καταγγελτικό ως προς τους «ταραξίες» και υπερασπιστικό ως προς τις συντεταγμένες δυνάμεις διατήρησης της τάξης. Φυσικά, υπήρχε και η σπανιότερη φωνή της a priori αποδοχής κάθε μορφής βίαιης αντίδρασης μπροστά στη φρικιαστική δολοφονία ως αφορμή και μπροστά σε ορισμένα βαθύτερα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα ως αίτια. Μπορεί όμως το ζήτημα της βίας του Δεκέμβρη να εξαντληθεί στο δίπολο καταδίκης – φετιχοποίησης της βίας; Είμαστε σίγουροι για το αν χρησιμοποιήθηκε η βία αποκλειστικά είτε τυφλά είτε ως μέσο για πολιτικούς σκοπούς; Μήπως μία τόσο απόλυτη διάκριση μας οδηγεί σε μία λανθασμένη ανακατασκευή του φαινομένου;
Ας διακρίνουμε επιτέλους τη συμβολική βία των εξεγερμένων (υλικές καταστροφές σε συγκεκριμένους, συμβολικά φορτισμένους στόχους) από την πραγματική, νομιμοποιημένη βία που ασκεί το κράτος (που τρόπον τινά συμπυκνώνεται στο σύνθημα «εργατικά ατυχήματα και σφαίρες στο ψαχνό, τον πόλεμο τον ζούμε κάθε μέρα εδώ»…). Αυτό δεν συνεπάγεται τη νομιμοποίηση μιας άλλης διάκρισης αφενός σε ανώδυνες, συμβολικές πρακτικές και αφετέρου σε βίαιες, καταχρηστικές τερατουργίες. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε εθελοτυφλία, αφού η χρησιμοποίηση συμβολικής βίας εκ μέρους των φορέων δράσης της αποσκοπεί σε πραγματικά αποτελέσματα, όσο πραγματική είναι και η «αναίμακτη» βία εκ μέρους της πολιτείας που βιώναμε με ποικίλους τρόπους και πριν τα γεγονότα του Δεκέμβρη.
Αλλά η τυφλή εμπιστοσύνη στην αυταξία της δημοκρατίας και η πίστη στη νομιμότητα δεν αρκεί για την επιστροφή στην κανονικότητα; Όσο οι κυριότεροι δημοκρατικοί θεσμοί παραμένουν στην εκφυλισμένη κατάστασή τους ως κενά σημαίνοντα, ανίκανοι να προσφέρουν ακόμα και την ψευδαίσθηση ατομικής και κοινωνικής ευδαιμονίας, θα υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που στο φαντασιακό των υποκειμένων τους θα γεννιόνται κάθε λογής εικόνες ανατροπής. Η άρνηση εδώ είναι διττή: αφορά τόσο την επιστροφή σε μία τέτοια (φύσει και θέσει βίαιη) κανονικότητα, όσο και την πίστη σε μία μεταφυσική της νομιμότητας και στην τυφλή εμπιστοσύνη στην «αυταξία» της δημοκρατίας που εκκρέει από αυτήν. Ωστόσο, η απάντηση στη μεταφυσική της νομιμότητας και σε μια πρακτικά τυφλή νομιμοφροσύνη δεν είναι η μεταφυσική της βίας. Αντίθετα, η κατανόηση του εμμενούς χαρακτήρας της αποκλείει προσπάθειες υπερβατολογικής θεώρησής της και έκπτωσής της σε αυτοσκοπό.

Οι προσδοκίες, λοιπόν
Και αν αυτό δεν δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό «κοινωνική εξέγερση» τότε τι; Γιατί δεν μπορεί να ερμηνεύονται οι βίαιες πράξεις μόνον ως η απέλπιδα και κραυγάζουσα ακυρωμένη φωνή μιας συλλογικότητας που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αλλιώς παρά ως κοινωνική εξέγερση ακριβώς λόγω της πολυμορφίας της και του ετερόκλητου των τάσεων που την απαρτίζουν. Κι αν οι ατομικές προσδοκίες όσων συμμετείχαν, που αναμφίβολα ποικίλουν από την κατάλυση του κράτους μέχρι την απλή «επαναστατική εκτόνωση» ανάλογα με τις ιδεολογικές καταβολές και την πολιτική εκτίμηση του καθένα, δεν είναι εύκολο να συμπυκνωθούν σε ένα ενιαίο πολιτικό αίτημα, η ανάγκη μετουσίωσης της δυναμικής σε θετικά διατυπωμένες διεκδικήσεις εκφράστηκε από τους συμμετέχοντες. Ακόμα και ομάδες (όπως οι μετανάστες και οι μαθητές) που για πρώτη φορά συμμετείχαν τόσο μαζικά σε κινητοποιήσεις γενικότερου κοινωνικού χαρακτήρα, ενσωματώθηκαν σε μεγάλο βαθμό σε μια λειτουργία τέτοιας τάξεως, δηλαδή του αιτήματος και του σκοπού και όχι της μάταιης έκρηξης υπό τη μορφή ενός απολιτικού acting out συσσωρευμένης οργής.
Αυτό ήταν φανερό στις συλλογικές διαδικασίες των εξεγερμένων, κατά κανόνα σε πανεπιστημιακούς χώρους, όπου οι κάθε είδους αποφάσεις ήταν αποτέλεσμα πολιτικής ζύμωσης και συνδιαμόρφωσης, συναινετικού ή αμεσοδημοκρατικού χαρακτήρα. Παράγωγα αυτών των διαδικασιών ήταν και δεκάδες ευφάνταστες και μη βίαιες με την αυστηρή έννοια του όρου παρεμβάσεις, οι οποίες φυσικά δεν έγιναν ευρύτερα γνωστές αφού δεν προβλήθηκαν, ίσως και επειδή δεν διαθέτουν εμπορεύσιμα από τα ΜΜΕ χαρακτηριστικά σε αντίθεση με τη βία. Εξ ου και η ολιγόλεπτη διακοπή του ζωντανού προγράμματος της δημόσιας τηλεόρασης και η κατάληψη των γραφείων της ΕΣΗΕΑ, ενός χώρου που ενώ δεν προστατεύεται από το πανεπιστημιακό άσυλο, αποτέλεσε εφαλτήριο αντιπληροφόρησης εκ μέρους των εξεγερμένων σε πείσμα της μονόπλευρης και μεροληπτικής παρουσίασης των γεγονότων, κυρίως από πλευράς τηλεόρασης.
Η επαναφορά της πολιτικής συζήτησης και η ανάδειξη της ανάγκης άρθρωσης πολιτικού αιτήματος σε μια ασθμαίνουσα και δυσλειτουργική δημοκρατία όπως η δική μας είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Η ριζοσπαστικοποίηση απόψεων και πρακτικών με εξάπλωση σε τοπικό επίπεδο χαρακτήρισε τον τελευταίο μήνα του προηγούμενου χρόνου που είδε τη γενιά των 15ρηδων να βγαίνει στους δρόμους επιδεικνύοντας κοινωνικά και πολιτικά αντανακλαστικά, τα οποία δυστυχώς αποκαλύφτηκαν μόνο μετά την ανθρωποκτονία ενός συνομήλικού τους από αστυνομικό.
Αν τα παραπάνω σας δίνουν την εντύπωση μιας καταγραφής των γεγονότων από την σκοπιά των συμμετεχόντων στην εξέγερση τότε σωστά έχετε καταλάβει και το κείμενο έχει πετύχει το σκοπό του που δεν είναι άλλος από το να γίνουν γνωστά γεγονότα και θέσεις που δεν ταυτίζονται με την προβαλλόμενη ως πραγματικότητα από τα media. Τώρα που η εξέγερση ως συγχρονικό φαινόμενο έχει ξεθυμάνει χάνοντας τη δυναμική των πρώτων δύο εβδομάδων, τώρα που η διάχυση της βίας υποχώρησε αφήνοντας ένα σύννεφο σκόνης πίσω της και εμάς με την ελπίδα να αντικρίσουμε κάτι δημιουργικό όταν αυτό κατακάτσει, είναι καιρός να καταγραφούν τα γεγονότα ως τέτοια, να πλαισιωθούν και να ακτινογραφηθούν. Έτσι, ίσως να προκύψουν λιγότερο βεβιασμένες αναλύσεις για το βίαιο χαρακτήρα της εξέγερσης, λιγότερο αφοριστικές. Χωρίς την ενδεχόμενη έπαρση του εξεγερμένου και πολύ περισσότερο χωρίς την αυτόκλητα επικυρωμένη ηθικολογία που προσφέρει η ασφάλεια και η παραπληροφόρηση του καναπέ. Εν τέλει, ας λογιστεί το φαινόμενο της βίας του Δεκέμβρη όχι ως κάτι το ακατάληπτο και άφατο, ως το άλαλο Κακό, αλλά ως κάτι το πραγματικό που χρήζει εμβριθέστερης ανάλυσης και δύναται εκτός των άλλων να πηγάζει από ηθική στάση έχοντας στοιχεία πολιτικής ορθολογικότητας.

Τετάρτη, Ιανουάριος 21, 2009

?



θα γίνει αυτό που είναι
πέτρα στο δρόμο ή αέρας
ένα κάποιο φως μια λέξη μια οσμή
το ασύνδετο του κανενός ανάσα
θα περάσει βιαστικά από τα χέρια σου
στους σκοτεινούς θαλάμους θα κυλήσει
μεσημέρι Ασκληπιός και δόρατα
ίσως τρυπάνι ίσως ζάχαρη κονιάκ
στα βλέμματά σου θα γυρίσεις
αυτή τη χάρη που θα σου στερήσουν
άδειοι πεζόδρομοι σκουπίδια και σωροί
είναι τα βήματα περαστικών βροχών
στις πόρτες οι περίοικοι
αρματωμένοι
τέως
κι οι σκαλωσιές που σε γνωρίζουν
το χτες που πια δεν πέρασε, η κόγχη
είναι το πώς θα στρίψεις δεξιά
και όχι ευθεία
κι αυτό το δρομολόγιο το ίχνος το λεπτό
θα γίνει αυτό που είναι: αέρας

Κυριακή, Ιανουάριος 11, 2009

παλιοί λογαριασμοί


Η αίσθηση του μη ανήκειν πουθενά κυνηγά τον ήρωά μας. Μεταξύ φιλολογικών σαλονιών "ευαισθήτων" κεντροαριστερών ολότελα συμβιβασμένων εξ απαλών ονύχων και "οργισμένων" μικροαστών που με άναρθρες κραυγές επαναλαμβάνουν συστημικές κοινοτοπίες διά της αντιστροφής: εγκλωβισμένος.

Όπως τότε, Πετράκη - θυμάσαι άραγε ακόμη; Τότε που τριγυρνούσες Πανεπιστημίου με τη Νάνσυ (πού να βρίσκεται τώρα πια; Υπανδρεμένη παγκρατιώτισσα με παιδιά του Γυμνασίου υποπτεύεσαι με φρίκη). Με τη Νάνσυ και να τρέχουν οι ζητάδες πέριξ του φλεγόμενου Κάπα Μαρούση. Υπήρξες δεκαεξάρης, γαμούσες λύκεια, κατόπιν γάμησες το φοιτητικό σου μέλλον κατατεθλιμμένος για μια καργιόλα που παντεύτηκε τον φίλο σου - κι έφυγες στην τέλεια πλην ξένη Μπολόνια. Γάμησες τη ζωούλα σου κι εκεί, πλην κατήντησες αριστούχος να χαίρονται οι άλλοι. Της ανίας επιβίωσες, γνώρισες τις παπαριές των έτερων "εναλλακτικών" που χόρευαν και χαπακώνονταν σε κατειλλημένα πρώην εργοστάσια με αλμυρό αντίτιμο εισόδου καθώς άλλες βόμβες έτρωναν άλλα κεφάλια. Κι ύστερα γύρισες ολότελα στεγνός, προδίδοντας ακόμα και το μόνο πράγμα που σου είχε απομείνει: την Ιστορία, τη μνήμη του αλλού και του αλλιώς. Για μια υπεσχημένη μελλοντική σταδιοδρομία στο δημόσιο αφοδευτήριο του ελληνικού πανεπιστημίου.

Και τώρα πάλι μόνος. Πάντα μόνος αφ υψηλού (για τους εκτός), εκ του κενού (για σένα) να παρατηρείς το μέλλον που πάντοτε κυλά και συνήθως προδίδεται. Να ζήσεις και να συνεννοηθείς προσβάλλοντας την ίδια σου τη νοημοσύνη.

Αυτά έχουν οι παραδόσεις. Γίνονται σε ανύποπτο χρόνο, σου επιλέγουν το στρατόπεδο, σου συγκεντρώνουν τις αδυναμίες σου κι έπειτα

Κι έπειτα η Νάνσυ πήγε σπίτι της και τίποτα δεν έμαθε.

Κυριακή, Δεκέμβριος 14, 2008

Σαστισμένη θεωρία



Και πάλι για την αποτυχία πρόκειται. Για τον εγκλωβισμό σε μια αλυσίδα από αποτυχίες και τίποτε άλλο. Όλοι αυτοί που προσπαθούν να μιλήσουν για τις εξελίξεις (αλλά και για πράγματα βυθισμένα στην ακινησία), όλοι όσοι ερμηνεύουν κι εξηγούν και ταυτίζουν και διαφοροποιούν και εκθέτουν και μαγειρεύουν και κατηγοριοποιούν απελπισμένα: όλοι αυτοί τώρα αποτυγχάνουν. Αποτυγχάνουν και εκτίθενται. Γιατί αυτό τώρα είναι το συμβάν και μέρος του συμβάντος είναι η αποτυχία τους. Οι θεσμοί, τα γεγονότα, οι άνθρωποι, οι αξίες (μέχρι και ο θάνατος) φαίνονται να έχουν χάσει τις παλιές σημασίες τους. Αλλά όσοι αναλαμβάνουν επαγγελματικά την έκφραση της πραγματικότητας δε φαίνονται να πτοούνται από την αποτυχία. Γυαλίζουν τον απαρχαιωμένο τους εξοπλισμό και προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους. Η αλυσίδα των αποτυχιών τους τροφοδοτεί της εξελίξεις και το βουβό, άναρθρο, ασυντόνιστο κλάμα αυτών που δεν έχουν φωνή, που ψελλίζουν, γίνεται εκκωφαντικό. Παρόλα αυτά δεν έχουν διάθεση να αλλάξουν γυαλιά μέχρι να καταλήξουν με ξεριζωμένα τα μάτια που τους γέλασαν. Η επιμονή τους είναι ένα σύμπτωμα του γήρατος των ιδεών τους.
Όταν ξέσπασαν οι μεγάλες κινητοποιήσεις μιλούσαν με όρους ατομικής ψυχολογίας, για λύπη και οργή και η δράση παρουσιάστηκε σαν ατομικό φαινόμενο. Είπαν ότι είναι λίγοι αναρχικοί (δηλαδή πράκτορες σύμφωνα με το κομμουνιστικό κόμμα), οι δέκα είκοσι «γνωστοί άγνωστοι» που εκμεταλλεύονται ένα θάνατο για να σπάσουν. Αλλά σιγά σιγά αναγκάστηκαν να παρουσιάσουν μια δημογραφική έκρηξη των μεμονωμένων αναρχικών. Από δεκάδες σύντομα έγιναν εκατοντάδες και χιλιάδες. Για να διασώσουν το σχήμα τους προχωρούσαν σε εκ των υστέρων ανασυγκροτήσεις της βλακείας τους και μίλησαν για συνένοχους συμπαθούντες. Μίλησαν για παιδιά που παρασύρονται και θα έπρεπε να τα μαλώσουν οι γονείς τους (αλλά «ο κόσμος δεν είναι παιδικό δωμάτιο») Μίλησαν για μετανάστες που εκμεταλλεύονται το χάος για να κλέψουν, μίλησαν για σκευωρίες και συνομωσίες από όλους και εναντίον όλων. Σιγά σιγά οι αναλύσεις γίνονταν πλουραλιστικές, περιλαμβάνοντας τα πάντα ανεξέλεγκτα μπας και φτάσουν ποσοτικά αυτό που ποιοτικά δεν έχουν καταλάβει. Τα παλιά μυαλά προσπαθούν να πουλήσουν τα μουτζουρωμένα τους χαρτιά για εσωτερική κατανάλωση αλλά η πραγματική σύνθεση του τι συμβαίνει δεν έχει γίνει ακόμα. Όλο αυτό το μαυροφορεμένο πλήθος δε φαίνεται να συμφωνεί σε κάτι. Το αποτελούν έφηβοι emo των βορείων προαστίων, πολίτες αγανακτισμένοι οικονομικά ή πολιτικά, καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες, τα άτομα που θα έκαναν τα πάντα για άλλη μια κυβερνητική εναλλαγή, οι ασφαλίτες που κι αυτοί για μας τα σπάνε, ακόμα και οι εξωγήινοι των συνομωσιολόγων. Ποσοτικά χρειάζονται τόσοι κι άλλοι τόσοι. Το ζήτημα είναι να βρούμε τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που τους ενώνουν σε μια νέα μορφή υποκειμενικότητας. Στα μεγάλα αμφιθέατρα, που είναι μικρό κομμάτι αυτού του συμβάντος, οι ομιλητές για να μη τσακώνονται δε προχωρούν σε διεξοδικές αναλύσεις αλλά παραλείπουν τα πάντα ως αυτονόητα και είναι σαν να έχουν το σύνθημα «το κράτος σκοτώνει και τα λοιπά». Ίσως το μόνο σύνθημα που θα μπορούσε να γίνει απ’ όλους δεκτό να είναι Ο ΑΛΕΞΗΣ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ, ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΑ. Και αυτό το όλα, αυτή η ολότητα δεν είναι ατομικό. Αυτό που οφείλει πρωταρχικά να αναγνωρίσει ο κριτικός στοχασμός είναι το αυτονόητο ότι πρόκειται για κοινωνικό γεγονός. Δεν είναι κοινωνικό μόνο το κομμάτι που μας βολεύει, ώστε να χαρακτηρίζονται οι «παρεκτροπές» ατομικές και αντικοινωνικές. Ολόκληρη η κοινωνική αναταραχή είναι κοινωνική. Η βία αυτή είναι ένα κοινωνικό γεγονός. Το επόμενο βήμα μας είναι να αναγνωρίσουμε ότι πρόκειται για βία που δεν είναι, που θα μπορούσε και να μην είναι και τόσο τυφλή. Όταν της το αναγνωρίσουμε δεν θα επεκταθεί, όπως φοβόνται οι ηθικολόγοι, αντίθετα θα λυτρωθεί και θα υποκλιθεί στη θέα της ανάδυσης ενός νέου κόσμου. Ο παλιός κόσμος συνεχίζει να αυξάνει σωρευτικά τη φρίκη. Και πρέπει να μπει ένα τέλος. Το νέο μεγάλο κόλπο του κεφαλαίου, η αυτοεπιβεβαιούμενη «οικονομική κρίση» που στρέφουν εναντίον των λαών πρέπει μέσα από αυτή τη διαδικασία να γυρίσει εναντίον τους. Εκείνοι τάραξαν το σύστημα, εμείς ας το βοηθήσουμε να ανατραπεί.
Αυτή τη στιγμή, που στριμώχνονται μπροστά μας νέες προοπτικές δε θα πω ρεαλιστικά και ουτοπικά ότι σημασία έχει η ελευθερία που βιώνουμε τέτοιες στιγμές ή ότι μέσα από αυτή τη πίεση γεννιέται και διαπαιδαγωγείται μια νέα γενιά. Ούτε και θα δώσω σαφείς ερμηνείες. Δε ξέρω την μορφή των νέων ειδώλων. Το μόνο που οφείλω να θέσω είναι το αίτημα για ανατροπή. Αυτή θα μπορούσε να είναι η απαρχή της ανατροπής του κόσμου της αποτυχίας τους, της αποτυχίας μας.

Δευτέρα, Ιούνιος 23, 2008

Παρασκευή, καλύτερα


Κάπως έτσι λοιπόν η συνέχεια. Να μοιάζει σκηνές περασμένες, σε τραπέζι ακουμπισμένο υπερπέραν. Μόνο εσένα και τίποτε άλλο, χωρίς εμένα πάντα εδώ. Το παγωτό σούπα να γίνεται κι εγώ μάρκα ν' αλλάζω πάλι στα τσιγάρα μήπως και κάποτε συμπέσουμε. Άσπρη κάτασπρη με ίχνη στο χείλος και παλιές κλειστοφοβίες διετείς. Κι ένα πλοίο υπό συστολή. Βουβού - και θ' αρχίσει να πετάει. Στους απότιστους κάκτους και στο φερτό παράσιτο απ' τον αέρα - αυτό τουλάχιστον σε διάλεξε. Βαρηκοϊα. Ηρεμία και νωχέλεια. Φαινομενολογία κι αϋπνίες. Οι λοιποί ας προχωρήσουν θέτοντας τους κανόνες της ζωής τους από το Cosmopolitan κλεμμένους. Ας περιμένουνε να δρέψουν τους καρπούς τους - την ομοιομορφία των δαπέδων. Απέναντι σ' αυτά τα μάτια ησυχία. Μόνο- εδώ- πάλι, αιώνες πριν που σε συνάντησα, Αιόλου και Καταστημάτων Κυριακή, ζέστη και σημειώσεις και παγωτό σούπα, μόνο λίγο νερό θα πάρω. Τη λειψυδρία δεν αντέχουνε τα ζώδια της γης.