Δευτέρα, Ιουνίου 06, 2011

Ομάδα Νομικών και Οικονομολόγων της Λαϊκής Συνέλευσης της Πλατείας Συντάγματος


ΜΝΗΜΟΝΙΟ- ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΑΚΗΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ
ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Θεμέλιο του πολιτεύματός μας είναι η λαϊκή κυριαρχία. (Άρθ. 1 παρ. 2 Συντάγματος)  Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, και υπάρχουν υπέρ αυτού (Άρθ.1 παρ. 3Σ).
Βρισκόμαστε στους δρόμους και τις πλατείες αγανακτισμένοι, γιατί παραβιάζεται το Σύνταγμά μας, ο θεμελιώδης καταστατικός χάρτης των δικαιωμάτων μας και νιώθουμε ότι είναι χρέος μας και ανάγκη να το υπερασπιστούμε. Η τήρηση του Συντάγματος  επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία. (άρθ. 120 παρ.2 και  4).). «Η ουσία του Δικαίου είναι η αντίσταση κατά του αδίκου» (Αrtur Kaufmann, ΠΧ ΛΒ σελ.705)
Από τις αρχές του 2010 η Ελλάδα αντιμετώπιζε πρόβλημα δανειοδότησης από τις διεθνείς αγορές. Οι δανειακές ανάγκες της χώρας μας για το 2010 ήταν 53 δις ευρώ. Στις 25-1-2010, ενώ οι αγορές προσέφεραν 25 δις ευρώ με επιτόκιο 6,2%, το οικονομικό επιτελείο δανείστηκε μόνο 8 δις ευρώ για πέντε έτη (Ελευθεροτυπία, 26-1-2010). Η Ελλάδα θα μπορούσε ήδη μέχρι 31-3-2010 να είχε δανειστεί άνετα από τις διεθνείς αγορές τουλάχιστον ποσό 53,4 δις ευρώ με μέσο επιτόκιο περί το 6,2%, χωρίς να έχει παραιτηθεί από την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας σε σημαντικούς τομείς και χωρίς να έχει μετατραπεί σε οικονομικό προτεκτοράτο του ΔΝΤ και της Ευρωζώνης υπό το έλεγχο της Τρόικας (Επ. Μαριάς, Νομικό Βήμα, 2010, σελ. 2212).
Η ψήφιση του Ν.3845/2010 (περί Μνημονίου), η υπογραφή της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης (η οποία συντάχθηκε από την δικηγορική εταιρία «Slaughter and May» με έδρα το Λονδίνο) η έκδοση της απόφασης 2010/320 του Συμβουλίου Υπουργών της ΕΕ (με την οποία ειδοποιήθηκε η Ελλάδα να λάβει μέτρα για την μείωση του ελλείμματος που κρίθηκε υπερβολικό), αλλά και η εφαρμογή τους πραγματοποιούνται κατά παράβαση βασικών διατάξεων του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αλλά και του Κοινοτικού Δικαίου.

Τρίτη, Μαΐου 31, 2011

Το όριο και τα όρια της Κομούνας


Κάθε γνώση είναι η απάντηση σε ένα ερώτημα. Αν δεν υπάρχουν ερωτήματα, δεν μπορεί να υπάρξει επιστημονική γνώση.[1] Ποιες ερωτήσεις (οφείλουμε) να κάνουμε στην παρισινή Κομούνα; Τι είδους απαντήσεις επιθυμούμε ή αναμένουμε σήμερα; Τι θέλουμε να χτίσουμε πάνω σ’ αυτές τις απαντήσεις; Και, τελικά, ποιος πότε και γιατί θέτει τις ερωτήσεις;
     Η τελευταία φράση μας βάζει, αρχικά, μπροστά στο δίλημμα και την άστοχη, κατά βάση θετικιστική, διαμάχη μεταξύ των ιστορικών του εργατικού κινήματος, αλλά και μεταξύ αυτών και των διαφόρων θεματοφυλάκων της μνήμης και των παραδόσεών του. Ακόμα κι αν απαντήσει κανείς ότι η μαζικοποίηση των πανεπιστημίων έδωσε κάποια στιγμή τη δυνατότητα στις υπάλληλες τάξεις να εισέλθουν και να εισάγουν -είτε ως διδάσκοντες είτε ως διδασκόμενοι- ως επιστημονικό αντικείμενο ένα ευρύτερο μέρος της κοινωνικής πραγματικότητας, κι αν, από την άλλη μεριά, παρατηρήσει κανείς ότι η θεωρούμενη παρακμή του κόμματος λενινιστικού τύπου, καθώς και του συνδικαλιστικού κινήματος, μείωσε την ικανότητα και την απήχηση συγκρότησης και αναπαραγωγής μιας αυτόνομης εργατικής ιστορίας και παράδοσης (και εντέλει, συνείδησης), η ένταση μεταξύ «ακαδημαϊκής» ιστορίας και εργατικής μνήμης παραμένει.[2] Στην ελληνική περίπτωση, βέβαια, οι παραπάνω διαπιστώσεις μπορεί να μας ξενίζουν, αφού η ιστορία του εργατικού κινήματος διδάσκεται ελάχιστα έως καθόλου στο πανεπιστήμιο, ενώ, κι από την άλλη μεριά, οφείλουμε να μιλάμε όχι για ιστορία του εργατικού κινήματος, αλλά για κομματικές ιστορίες και παραδόσεις, οι οποίες, στην πλειονότητά τους διέπονται από μια αυτοαναφορικότητα και είναι από αδιάφορες έως εχθρικές απέναντι σε ευρύτερα σχήματα περί του κοινωνικού.
Παρά τις αντιρρήσεις περί «ελληνικής ιδιαιτερότητας», θεωρώ ότι το ίδιο το γεγονός της παρισινής Κομούνας  προκαλεί με την παρουσία του το ξεπέρασμα μιας τοπικιστικής σκοπιάς θέασης των πραγμάτων, και γι’ αυτό συνεχίζω. Αν η επαναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος αποσκοπεί στην αναγνώριση της «πραγματικής κίνησης», αν κινείται με γνώμονα την εκ των υστέρων, πληρέστερη απεικόνισή του, τότε αυτή η αναδρομική προσέγγιση θα μπορούσε να παράγει ένα κοινό πεδίο, τουλάχιστον μεταξύ των «ακαδημαϊκών» ιστορικών και των «κομματικών» ιστορικών που σχετίζονται πραγματικά (και όχι κατ’ όνομα) με τη μαρξιστική παράδοση. Αν, αντίθετα, η αέναη επανασυγγραφή του παρελθόντος αποσκοπεί στην υποστήριξη του υπάρχοντος, αν η ιστορία ξαναγράφεται ως δικαιολόγηση ή νομιμοποίηση των συσχετισμών του παρόντος, στην κοινωνία ή εντός μιας οργάνωσης ή ενός κόμματος, και σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τη συγκρότηση μιας κοινής συνισταμένης: τώρα, βέβαια, οι προσπάθειες συνδέονται με το φαινόμενο του ιστορικού αναθεωρητισμού, με το αρνητικό πρόσημο που, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, του έβαζε η πλειοψηφία των ιστορικών. Μπορεί η ιστορία να γράφεται στο παρόν, κάθε  φορά σε κάποιο παρόν, αλλά δεν μπορεί να γράφεται προς χάριν του εκάστοτε παρόντος. Ούτε προς χάριν του ίδιου του παρελθόντος, φυσικά, κάτι το οποίο διακήρυσσε μια αυτοεπονομαζόμενη αντικειμενική ιστοριογραφία: ένα παρελθόν κλεισμένο στον εαυτό του, τελειωμένο, που δεν επικοινωνεί με το μέλλον του, θα είχε τόσο γνωστικό ενδιαφέρον, θα συγκροτούσε ένα αντικείμενο τόσο επιστημονικό, όσο και μια συλλογή γραμματοσήμων.
     Παρότι τα παραπάνω θα μπορούσαν να ακουστούν ως ένας σωρός κοινών τόπων, κάτι το οποίο από τη μια εύχομαι, διότι θα σήμαινε ότι η παρούσα κατάσταση δεν είναι τόσο τραγική, αλλά από την άλλη εξορκίζω, γιατί θα καταλάβαινα πόσο ανιαρός έχω ήδη γίνει, με βοηθούν, πάντως, να εισάγω μια σχέση: αυτή μεταξύ παρισινής Κομούνας, παράδοσης και μέλλοντος. Καταρχάς, η Κομούνα δημιουργεί μια τομή. «Η εργατική συνείδηση εγκατέλειψε τότε τον δρόμο των αστικών επαναστάσεων. Δεν είχε πια ανάγκη να ζει με  την ανάμνηση των επαναστάσεων του 1789 και του 1848, διότι διέθετε πια, όπως έγραψε ο Βαγιές, μια επανάσταση με εργατική περιβολή».[3] Η φράση αυτή του Ζωρζ Χάουπτ (ή Όπτ, για μια προηγούμενη γενιά, που μαθήτευσε στο πλάι του), μας δίνει τις τρεις πρώτες ημερομηνίες. Το 1871 δεν είναι ούτε 1789 ούτε 1848. Είναι η στιγμή της συνειδητοποίησης, η στιγμή της χειραφέτησης. Η εργατική τάξη μετά την Κομούνα και χάριν της Κομούνας «ξαναδιαβάζει» τη Γαλλική επανάσταση και το ’48 ως αστικές επαναστάσεις, ως ένα σύνολο γεγονότων που ανήκουν πια στο παρελθόν. Ως επαναστάσεις εκ των πραγμάτων ξεπερασμένες. Εδώ, η εκ των υστέρων κατανόηση συνιστά και ξεπέρασμα: η Γαλλική επανάσταση έχει τελειώσει.  Αυτή η ανασυγκρότηση της ιστορίας και του νοήματος της Γαλλικής επανάστασης, η ανασημασιοδότησή της, θα έχει επιπτώσεις τόσο για το μεταγενέστερο εργατικό κίνημα όσο και για την ίδια την ιστορία της Κομούνας.
     Ας κοιτάξουμε τώρα, για λίγο, την ίδια την Κομούνα. Από τα 93 μέλη του Συμβουλίου της, και μάλιστα μετά την αποχώρηση των «μετριοπαθών» και τις επαναληπτικές εκλογές, βρίσκουμε 25 εργάτες και τεχνίτες, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι, λογιστές, γιατροί, δάσκαλοι, νομικοί, δημοσιογράφοι. Η πλειοψηφία του Συμβουλίου, οι αποκαλούμενοι «ριζοσπάστες» ή «ανεξάρτητοι επαναστάτες», αυτοπροσδιορίζονται ως Νεογιακωβίνοι. Διαρκής είναι η επίκληση της τελευταίας φάσης της Γαλλικής επανάστασης, δημιουργείται μια «Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας», υιοθετείται το παλιό, επαναστατικό ημερολόγιο, ανοίγουν ξανά Λέσχες. Αν θεωρήσουμε την επανάσταση του Ιουνίου του 1848 ως πρώτη, μπορούμε να θεωρήσουμε το 1871 ως μια δεύτερη προσπάθεια επιστροφής, νεκρανάστασης του 1793 - που αποσκοπεί, βέβαια,  στην ολοκλήρωσή του; 
 Όπως γράφει ο Ζακ Ρουζερί, «σήμερα ψάχνουμε στην Κομούνα την προαναγγελία ενός μέλλοντος. Όμως, η άμεση συνέπεια,  το αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτής της κίνησης είναι η χρήση για την ανάλυση του γεγονότος Κομούνα, για την ανάγνωση των γεγονότων του 1871, όρων, εννοιών, ενός λεξιλογίου αναχρονιστικού. Προλεταριάτο, κόμμα, κοινοκτημοσύνη, συνδικάτο, αναρχία... Λέξεων και όρων που τότε ήταν ακόμα στα σπάργανα, δίπλα σε λέξεις και όρους που είχαν μεν γεννηθεί αλλά που θα έβρισκαν αργότερα τον προσδιορισμό τους. Δεν υπάρχουν ακόμα συνδικάτα, αλλά εργατικές ενώσεις. Ούτε κάποιο συγκροτημένο σχέδιο κρατικής κολεκτιβοποίησης, παρά μόνο σκέψεις για μια γενικευμένη συνεργατικότητα. Και η εργατική τάξη που έκανε την Κομούνα δεν είναι ούτε προλεταριάτο ούτε τεχνίτες, ούτε αρχαία ούτε νέα, είναι κάτι ενδιάμεσο».[4]
Ας θεωρήσουμε την τελευταία φράση, αυτή περί «ενδιάμεσου», ως μια έμμεση επιβεβαίωση του χαρακτηρισμού της Κομούνας ως ορίου: κάτι το προσωρινό που, εντός του, το παρελθόν είναι ακόμα ορατό αλλά ήδη απομακρυσμένο. Κι ας προσεγγίσουμε για λίγο το ερώτημα περί «νεκρανάστασης», από τη σκοπιά της μαρξικής φαντασματολογίας. Θα αποταθώ στον Μαρξ της 18ης του Μπρυμέρ, κι όχι σ’ αυτόν του Εμφυλίου πολέμου στη Γαλλία, όχι μόνο λόγω επιμερισμού των καθηκόντων, αλλά κυρίως επειδή στον Εμφύλιο ο Μαρξ, έχοντας κατά νου τους αναγνώστες του εντός της πολιτικής συγκυρίας της εποχής αμέσως μετά την Κομούνα, παρουσιάζει σκόπιμα μια εικόνα που παρεκκλίνει αυτής που θα αναμέναμε σε άλλες περιστάσεις.
 Μια δεκαετία πριν την Κομούνα, ο Μαρξ, αναφερόμενος στις (αστικές) επαναστάσεις του 1789 και του 1848, γράφει: «Η παράδοση όλων των περασμένων γενεών βαρύνει σαν εφιάλτης στο μυαλό των ζωντανών, κι όταν ακριβώς φαίνεται ότι αυτοί εργάζονται για να μεταβάλλουν τον εαυτό τους και τα πράγματα, να δημιουργήσουν αυτό που ποτέ μέχρι τότε δεν υπήρξε, ακριβώς σε κάτι τέτοιες εποχές επαναστατικής κρίσης ανακαλούν με αγωνία τα πνεύματα του παρελθόντος για να τα προσλάβουν στην υπηρεσία τους. Δανείζονται τα ονόματα, τα συνθήματα για τη μάχη, τις ενδυμασίες, για να εμφανιστούν με αυτή την παλιά και σεβάσμια μεταμφίεση, και με αυτές τις δανεισμένες φράσεις, στη νέα θεατρική πράξη της ιστορίας». Και λίγο πιο κάτω: «Η ανάσταση των νεκρών χρησίμευσε σ’ εκείνες τις επαναστάσεις για να δοξάσουν τους νέους αγώνες, όχι για να παρωδήσουν τους παλιούς. Για να εξυψώσουν στη φαντασία το καθήκον που είχαν αναλάβει, όχι για να ξεφύγουν από την πραγματοποίησή του. Για να ξαναβρούν το πνεύμα της επανάστασης, όχι για να ξαναθέσουν σε κυκλοφορία το φάντασμά της».[5] Η επίκληση του ρωμαϊκού παρελθόντος το 1789, ή της Γαλλικής επανάστασης το 1848,  δεν  χαρακτηρίζεται ως νεκρανάσταση αλλά ως μια  μεταμφίεση που κάνει δυνατό το ανέβασμα ενός νέου έργου. Αυτή η εικόνα της επαναστατικής περιόδου ως θεατρικής παράστασης, μια παράσταση που απέχει μακράν από τους τρέχοντες ορισμούς της «μίμησης» και της «αναπαράστασης», θα μας πήγαινε πολύ μακριά.[6]
Όλα αυτά τα ιδεολογικά τεχνάσματα, άλλωστε, τα χρειάζονται οι αστικές επαναστάσεις. Σύμφωνα με τον Μαρξ, δεν συμβαίνει το ίδιο με την «κοινωνική (δηλαδή προλεταριακή) επανάσταση του 19ου αιώνα». Διότι αυτή «δεν μπορεί να αποσπάσει την ποίησή της από το παρελθόν, αλλά μόνο από το μέλλον. Δε μπορεί να αρχίσει να γίνεται ο εαυτός της προτού διαγράψει κάθε προληπτική πίστη στο παρελθόν. Οι προηγούμενες επαναστάσεις είχαν ανάγκη να αναπολούν την ιστορία, ώστε να δημιουργούν ψευδαισθήσεις για το περιεχόμενό τους. Για να πραγματοποιήσει το περιεχόμενό της, η επανάσταση του 19ου αιώνα πρέπει ν’ αφήσει τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους. Πρώτα, η έκφραση ξεπερνούσε το περιεχόμενο. Τώρα, το περιεχόμενο ξεπερνά την έκφραση». [7]
Διαβάζοντας, σήμερα, αυτές τις φράσεις, και συσχετίζοντάς τες με όσα γνωρίζουμε ότι επακολούθησαν κατά τη διάρκεια της Κομούνας, μπορούμε να θέσουμε ένα άλλο όριο, όχι χρονικό, δηλαδή μεταξύ παρελθόντος και παρόντος της, ούτε ερμηνευτικό, δηλαδή μεταξύ αστικής και προλεταριακής επανάστασης, αλλά ένα όριο στη φαντασία της παρισινής Κομούνας. Πράγματι ολοκληρώνει τη Γαλλική επανάσταση, πράγματι ξεπερνά το 1848, είναι πράγματι μια εργατική επανάσταση. Όμως, είναι μια επανάσταση που φαντάζεται τον εαυτό της με τον τρόπο που το έκαναν οι αστικές επαναστάσεις του παρελθόντος. Η έκφραση καταπιέζει ακόμα το περιεχόμενο. Πέρα από το ζήτημα της σχέσης φαντασίας και επανάστασης, το οποίο δεν μπορώ εδώ ούτε καν να θίξω, τίθεται το πρόβλημα της πρακτικής που αποσκοπεί στη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για μια μελλοντική επανάσταση. Ως προς αυτό, η Ρόζα Λούξεμπουργκ σημειώνει επιγραμματικά: «Ο τάφος της Κομούνας έκλεισε την πρώτη φάση του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος και την Πρώτη Διεθνή. Έκτοτε, μια νέα φάση άρχισε. Αντί για αυθόρμητες επαναστάσεις, εξεγέρσεις και μάχες στα οδοφράγματα, μετά από τις οποίες το προλεταριάτο ξανακυλούσε στην προηγούμενη παθητική στάση του, άρχισε ο καθημερινός, συστηματικός αγώνας».[8]  
Ως προς αυτό, το όριο της Κομούνας συμπίπτει με την ολοκλήρωση, αλλά και την  άρνησή της: την Οκτωβριανή επανάσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1905 παρατηρήθηκε το φαινόμενο εργατικών ομάδων που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν σοβιέτ με αναφορές στην Κομούνα. Απέναντι σ’ αυτό το κλίμα μιμητισμού, ο Λένιν απαντά με ένα κείμενο που, μεταξύ άλλων, λέει: «Η λέξη Κομούνα δεν μας δίνει καμιά απάντηση, μονάχα δημιουργεί σύγχυση σε κάποια μυαλά, με έναν ήχο κενό και μακρινό. […] Όσο περισσότερο μας είναι αγαπητή, τόσο λιγότερο μας επιτρέπεται να την προφέρουμε απερίσκεπτα, χωρίς να έχουμε εξετάσει τα σφάλματά της και τις συγκεκριμένες συνθήκες μέσα στις οποίες εκτυλίχθηκε. […] Με δυο λόγια, αν αναφέρετε στην απάντησή σας την παρισινή Κομούνα ή οποιαδήποτε άλλη, θα πρέπει να απαντήσετε: ήταν μια κυβέρνηση όπως δεν πρέπει να είναι η δική μας[9]  Μετά το 1917, βέβαια, η εικόνα αλλάζει. Η Κομούνα θεωρείται ως το πρώτο βήμα της ιστορίας της ανθρωπότητας στη διαδικασία της δικτατορίας του προλεταριάτου. Με δεύτερο βήμα, φυσικά, την εξουσία των σοβιέτ. Για να φτάσουμε έως το 1917, όμως, η παρισινή Κομούνα όφειλε να ανασυγκροτηθεί ως ένας φωτεινός φάρος μεν, αλλά ταυτόχρονα κι ως μια προσπάθεια που έφτασε μέχρι ένα σημείο, μια επανάσταση ημιτελής, εξαιτίας είτε των αντικειμενικών συνθηκών της εποχής της, είτε των υποκειμενικών ελλείψεων της ηγεσίας της.
Κάπως έτσι φτάνουμε στο όριο που μας θέτει η εποχή μας. Όταν τον Απρίλιο του 1901 ο Λένιν ζητά από τον Πλεχάνωφ να γράψει ένα άρθρο για την Κομούνα, κι εκείνος αρνείται, λέγοντας ότι αυτή είναι πια  «αρχαία ιστορία», ο Λένιν του αντιτείνει πως, όχι, είναι ακόμα επίκαιρη, εφόσον μπορεί ακόμα να επικαιροποιηθεί, δηλαδή να πραγματοποιηθεί.[10] Θα μπορούσαμε να διανοηθούμε με τέτοια απάντηση μετά το 1989; Ας μη βιαστούμε να απαντήσουμε. Υπενθυμίζω, απλώς, ότι στην παρούσα συγκυρία συμβαίνει συχνά η αριστερά να υπερασπίζεται ακόμα και την Γαλλική επανάσταση, την οποία, μετά την Κομούνα, την θεωρούσαν, ακριβώς,  «αρχαία ιστορία». Ακόμα κι αν έσφαλλε σ’ όλα τ’ άλλα, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν είχε πάντως δίκιο, όταν έγραφε ότι «ακόμα και οι νεκροί δεν θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό, αν νικήσει».[11]  
Το ερώτημα «γιατί η Κομούνα» 140 χρόνια μετά τη χρονολογική της ολοκλήρωση και 94 μετά το πρώτο(;) μερικό(;) προσωρινό(;) της ξεπέρασμα, προτιμώ να το αφήσω μετέωρο. Αντίθετα, θα τελειώσω με ένα ζήτημα που, αν το κλείναμε στα στενά όρια της ιστορίας των νοοτροπιών, θα περιορίζαμε ασφυκτικά τη σχέση του με το πολιτικό και τη συγκυρία.
Αν ακολουθήσουμε τη διάκριση του Μαρξ, τότε θα πρέπει να υπάρχει ένας αστικός κι ένας προλεταριακός τρόπος του φαντάζεσθαι την επανάσταση. Σε αυτή την καρικατούρα μαρξικής σκέψης που είμαι υποχρεωμένος να κάνω εδώ, λόγω χώρου, ο αστικός τρόπος τροφοδοτείται από το παρελθόν, ενώ ο προλεταριακός από την ποίηση του μέλλοντος. Όλοι γνωρίζουμε, όμως, τη ζωτικότητα και το βάρος της παράδοσης του εργατικού, επαναστατικού κινήματος. Άλλωστε, τρεφόμαστε ακόμα από τα απομεινάρια της Οκτωβριανής επανάστασης. Ο Φραντς Μέρινγκ, που τώρα πια καταλαβαίνουμε ότι δεν ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο για προγνώσεις, έγραψε κάποτε: «Με την πτώση της Κομούνας κατέρρευσαν για πάντα και οι τελευταίες παραδόσεις του παλιού επαναστατικού μύθου: καμιά εύνοια των περιστάσεων, κανένας ηρωισμός, καμιά κλίση προς το μαρτύριο δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ξεκάθαρο όραμα του προλεταριάτου για τις αναγκαίες συνθήκες για την απελευθέρωσή του. Αυτό που είναι σημαντικό για τις επαναστάσεις που πραγματοποιούνται από μειοψηφίες για χάρη μειοψηφιών δεν ισχύει για την προλεταριακή επανάσταση».[12]  Ως προς τον ηρωισμό και την αυτοθυσία, ένας τεχνοκριτικός, σύγχρονος των γεγονότων της Κομούνας, παρατηρεί κάτι που δεν πρέπει να μας διαφεύγει: «Η αδιάκοπη ανάγνωση του Chevalier de Maison-Rouge κι άλλων μυθιστορημάτων του Αλέξανδρου Δουμά είμαστε βέβαιοι ότι ενέπνευσε αυτή την απόφαση στα μέλη της Κομούνας. Λυπόμαστε, αλλά οφείλουμε να τους πούμε ότι δεν μπορείς να κάνεις ιστορία διά της ανάγνωσης μυθιστορημάτων».[13]
 Η εικόνα του «καταραμένου» ή «κατατρεγμένου» αλλά πάντα μοναχικού, αποφασισμένου για όλα ήρωα, ο οποίος υπερνικά κάθε δυσκολία, εκμεταλλεύεται κάθε εύνοια των καιρών, μαρτυρεί, πέφτει και ξανασηκώνεται και στο τέλος ζει ή πεθαίνει δαφνοστεφής, δεν περιορίζεται μόνο στα μυθιστορήματα σε συνέχειες του 19ου αιώνα αλλά ακμάζει ακόμα και σήμερα (ή μάλλον, σήμερα περισσότερο από ότι παλιότερα), όχι μόνο στην πλειονότητα των παραγόμενων μυθιστορημάτων ή στις ταινίες του  Χόλλυγουντ, αλλά ακόμα και στο συλλογικό φαντασιακό της αριστεράς. Στην  Αθήνα, μάλιστα, τον Δεκέμβρη του 2008, έκαναν την εμφάνισή τους πολλοί μεταμφιεσμένοι σε Κομουνάρους.[14]
Ποια θα μπορούσε, όμως, να είναι η απάντηση της επαναστατικής φαντασίας στους παλιούς (και νεκροζώντανους) επαναστατικούς μύθους; Η ιστοριογραφία, εγκλωβισμένη ακόμα ανάμεσα σε άτομα και αριθμούς, δεν έχει αναρωτηθεί μέχρι στιγμής. Ίσως κάποια ίχνη μιας ανεύρετης, ακόμα, λύσης του μυστηρίου κρύβονται στην τέχνη της τελευταίας επαναστατικής περιόδου. Έκτοτε, «η οικουμένη κοιμάται», όπως έγραψε ένας ρώσος ποιητής, τσιτάροντας, ίσως, έναν γερμανό φιλόσοφο.[15] Κι αναρωτιέται, αλλά δεν φαντάζεται.





ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ




[1] G. Bachelard, Le nouvel esprit scientifique, Παρίσι 1969, σ. 21.
[2] Μια από τις καλύτερες εισαγωγές περί την «ένταση» αυτή είναι το G. Haupt, «Perchè la storia del movimento operaio? », στο G. Haupt, L’ Internazionale socialista dalla Comune a Lenin, Einaudi, Τορίνο 1978, σ. 3-37.
[3] G. Haupt, «La Comune di Parigi come simbolo e come esempio», στο L’ Internazionale socialista... , σ. 44.
[4] J. Rougerie, Proces des Comunards, Juliard, Παρίσι 1964, σ. 238.
[5] K. Marx, Il 18 brumaio di Luigi Bonaparte, Editori Riuniti, Ρώμη 1997, σ. 46-47.
[6] Πρόκειται για μια παράσταση της πραγματικότητας που παράγει μια εικόνα της πραγματικότητας. Χωρίς να θέλω να υπερερμηνεύσω, μπορώ μόνο να προσθέσω ότι αυτή η (αστική) παράσταση παράγει μια (αστική) εικόνα της πραγματικότητας, μια εικόνα που επιβεβαιώνει, εντέλει, μια υπάρχουσα κατάσταση. Αυτό, σε αντίθεση με την προλεταριακή επανάσταση, η οποία δε μπορεί να παραχθεί παρά μόνον διά της προβολής της εικόνας της στο μέλλον, ως εάν να έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Αυτή η γεμάτη μέλλον φαντασία (μην ξεχνάμε ότι ο Μαρξ μιλάει για ποίηση της επανάστασης) είναι απαραίτητη συνθήκη για την επανάσταση.

[7] K. Marx, ο. π., σ. 51-52.
[8] R. Luxemburg, «La crisi della socialdemocrazia», στο Scritti politici, Editori Riuniti, Ρώμη 1967, σ. 439-440.
[9] Αναφέρεται στο G. Haupt, «La Comune di Parigi come simbolo e come esempio», ο.π., σ. 48-49.
[10] G. Haupt, ο. π., σ. 61-62.
[11] W. Benjamin, «Για την έννοια της ιστορίας» στο περιοδικό «Ο Πολίτης», τεύχος 43, 21-11-1997, σ. 34.
[12] Πρόκειται για απόσπασμα που συνέλεξε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Βλ. W. Benjamin, I «passages»  di Parigi, Einaudi, Τορίνο 2000, σ. 858 (δεσμίδα K, 1,1). 
[13] Άλλο ένα μπενγιαμινικό απόσπασμα. Βλ.    W. Benjamin, ο. π., [δεσμίδα Κ, 1, 2]. Να σημειώσω εδώ ότι, τόσο ο Δουμάς, όσο και η λογοτεχνία «του σαλονιού και των ανακτόρων» της εποχής, καταδίκασε σύσσωμη την Κομούνα. Πλην, φυσικά, του Ρεμπό.
[14] Η πιο γνωστή «μίμηση» της παρισινής Κομούνας, βέβαια, μετά την Οκτωβριανή επανάσταση (παρά την Οκτωβριανή και, εν πολλοίς, εναντίον των αποτελεσμάτων της) υπήρξε ο Μάης του ’68.
[15] Πρόκειται για τον τρίτο στίχο από το τέλος του «Σύννεφου με παντελόνια». Ο ιταλός μεταφραστής και  επιμελητής της έκδοσης Ρέμο Φακάνι εικάζει πως πρόκειται για μια αναφορά στη φράση «Ο κόσμος κοιμάται», που βρίσκεται σε μια από τις τελευταίες σελίδες του Τάδε έφη Ζαρατούστρα, του Νίτσε. V. Majakovsij, La nuvola in calzoni, Marsilio, Βενετία 1989, σ. 132 (υποσημείωση στίχου 722). Είναι καιρός, ίσως (ή μάλλον: είναι καιρός, πια), να αναζητήσουμε εκεί τα ίχνη της άρσης του Οκτώβρη -  μέσα στην ίδια του την κίνηση.

Σάββατο, Απριλίου 16, 2011

Gregorio

di Rinaldo Censi
Gregorio (Grigorios Kapsomenos, ma per tutti era Gregorio) prendeva il caffè, non prima di averlo fatto raffreddare per qualche ora. Teneva le tazzine sotto il bancone della libreria, che gestiva con Marta, la sua compagna di una vita (vedo ancora – è una scena che mi ha fatto spesso sorridere, a pensarci bene – Marta che gli intima di abbassare la radio… vedo la fermezza e, in risposta, quella specie di borbottio che è segno di un’intimità e di un’intesa che immagino totale: piccole screziature che lasciano trasparire grande affetto). Fumava molte sigarette, tanto che non si era abituato alle nuove normative ministeriali. Era normale vederlo fumare dentro alla libreria, magari avendo la delicatezza di spalancare la porta a vetri dell’ingresso, mentre Marta gettava uno sguardo di traverso. Ho scoperto ieri che Gregorio se n’è andato. Ho passato mattine e pomeriggi interi dentro quella libreria, in via delle Moline. E ora che per vari motivi mi trovo spesso lontano da Bologna, vengo informato del suo decesso da una notizia intravista su internet. (Pur essendo un catalogo vivente, Gregorio si era abituato alle nuove tecnologie: oltre al fax ora gestiva due schermi sul bancone: controllo cataloghi e controllo delle camere di sorveglianza: c’era chi si divertiva a rubare libri, a loro che non hanno mai messo un antitaccheggio… una bella prova di coraggio, non c’è che dire).
Sono passato a gennaio e Marta era sola in libreria. Il ricovero risale a dicembre. Sono passato una o due volte la settimana, fino a un mese fa, insieme a Jacopo, addormentato nel passeggino.
Dunque ci siamo io e Jacopo. Entriamo in libreria. Chiedo a Marta notizie. Il tempo passa e lui è sempre ricoverato. Comprendo solo ora che c’è qualcosa di enorme nella delicatezza e nella sensibilità di Marta, costretta a dover risponder chissà quante volte a quella domanda che anche io le pongo. Me ne rendo conto ora. Ogni volta le chiedo di portare a Gregorio i miei saluti.
Uno degli ultimi libri che mi ha consigliato, con insistenza, era un libricino di Michel Serres, Il mal sano. Non posso dimenticare la sua gentilezza. Prestava i suoi libri a chiunque ne avesse bisogno. Tra i libri che mi ha prestato c’è La conoscenza della vita, un libro di Georges Canguilhem edito dal Mulino, ovviamente fuori catalogo. (Marta e Gregorio si sono spesso lamentati con le case editrici per l’incomprensibile scelta di non ristampare un dato volume che consideravano fondamentale. E a volte hanno vinto loro: insistendo, armati di logica e caparbietà).
Giusto qualche settimana fa, su una bancarella ho scovato un vecchio libro di Le Corbusier, sull’Art déco. Dentro ho trovato questa citazione di Erik Satie, che risale al 1925: “Non abbiamo più bisogno di chiamarci artisti, lasciamo questa splendida parola ai parrucchieri e ai pedicure”.
Mi sarebbe piaciuto condividerla con lui.

In ricordo di Grigorios Kapsomenos

Caro Grigori, dove sei andato?
Mi piace pensare che, come i due vecchi professori di concertino che un giorno, non avendo niente da fare, presero chitarra e mandolino e andarono a suonare in Paradiso, tu pure, avendo per un'improvvisa distrazione perso la strada, sia finito da quelle parti. Solo che San Pietro non ti dà il permesso di tornare se prima non gli metti a posto quell'enorme, sgarrupata biblioteca, dove si accumulano tutti i libri che da quaggiù spariscono o che mai ci arrivano, i libri perduti, quelli esauriti, quelli mai trovati, quelli mai stampati, i libri vecchi, i libri introvabili e perfino quelli inesistenti e ancora da scrivere. Ti aspetteremo, Gregorio.
Ti ho conosciuto quando la libreria era dall'altro lato della strada e bisognava muoversi con grande attenzione per non far precipitare i libri le cui pile arrivavano ad altezze improbabili. Così si imparava a muoversi con rispetto e delicatezza.
Era come entrare nella caverna di Alì Babà, salvo che c'eri tu, col tuo sorriso un pò ironico, un pò tenero, il tuo sguardo miope un pò svagato, e allora ci si chiedeva da dove tu fossi arrivato; forse eri caduto per sbaglio sulla terra.
Sapevi essere lucido e disincantato senza rinunciare ad essere ingenuo e fiducioso come un bambino.
La tua cultura era prodigiosa e non ha mai cessato di stupirci.
I libri li amavi e li conoscevi come si conoscono i vecchi amici. Li convocavi nella tua memoria con l'abilità di un giocoliere. Potevi ricordarti di un libro che ti avevo chiesto o che mi avevi dato vent'anni prima. Ogni libro cercato, trovato, amato, era una scintilla accesa contro la barbarie da cui eri fuggito e i cui segni sapevi riconoscere con sicurezza.
La tua mente seguiva percorsi che non erano quelli abituali perché la forza di gravità, che imprigiona noi alla terra, quando aveva afferrato te strappandoti al mondo da cui eri arrivato, non era riuscita ad averla vinta del tutto, così avevi conservato la capacità di andare e venire, quella stessa che hanno i poeti.
Sei stato un poeta e un ricercatore, mio caro amico. Mi hai insegnato il valore della resistenza, che è poi quello della speranza.
Perché l'amore per i libri in te è stato l'amore per l'umano.
Questo voglio ricordare e conservare per sopportare la tua assenza, e perciò ti saluterò con i versi del poeta
"Il reale talvolta disseta la speranza. Ecco perché, contro ogni aspettativa, la speranza sopravvive" (René Char)

Angela Peduto, 14 aprile 2011
 

Bologna: ricordo di Gregorio Kapsomenos

di  Redazione Contropiano

Ricordando Gregorio Kapsomenos
(Creta, 10 novembre 1946 - Bologna, 9 aprile 2011). Il "saggio" amico, della Libreria delle Moline

La cultura non si accumula, la si condivide, il sapere non si rinchiude nei reticolati accademici, ma lo si distribuisce.
La scoperta di un perla, di un frammento prezioso non si trasforma in prelibatezza utilizzabile come merce di scambio in vista di un piccolo potere personale.
Leggere, imparare, comunicare, senza spirito di dominio: quanti lo capiscono, quanti lo hanno capito, quanti erano consapevoli che in quei piccoli doni quotidiani si celava un altissimo senso della socializzazione di testi e pensieri, che non si riducevano mai a chiacchiera vuota?
L' indipendenza di pensiero e la curiosità insaziabile, l' allenamento quotidiano alla critica del mondo in cui ci troviamo a vivere, la messa in pratica di quella che Foucault chiamerebbe l'immensa e proliferante criticabilità delle cose, delle istituzioni, delle pratiche, dei discorsi , attraverso i libri, strumenti privilegiati di questo occhio critico, la loro incessante ricerca, i segreti collegamenti che li legano, l'estrazione di un insospettato senso nascosto che illumina e fa esplodere l'apparente inerzia di un anonimo volume, ridando dignità e valore a opere colpevolmente trascurate da chi insegue a tutti i costi solo l' ultima novità o si adegua all'ultima moda.
Anche la consapevolezza, però, che i libri lottano fra loro, conducono guerre silenziose, come ricordava con pungente ironia l' amato Swift nella Battaglia combattuta venerdì scorso tra i libri antichi e quelli moderni nella biblioteca di St. James.
Inseparabile dalla sua figura l'ironia provocatoria che rintracciava nell' amatissimo Vonnegut, di cui amava citare "Il cervello era troppo grosso per svolgere un buon servizio" come un invito a non prendersi poi troppo sul serio.

Un grande abbraccio a Marta, sua compagna di vita e di avventura.

Alberto Burgio
Andrea Cavalletti
Barbara Chitussi
Giorgio Forni
Rudy Leonelli
Vincenza Perilli
Mauro Raspanti
Roberto Sassi

Addio a Gregorio, libraio con l’anima


Addio a Gregorio, libraio con l’anima

Leggendo le pagine bolognesi di Repubblica (di seguito l’articolo molto bello di Varesi) apprendo con tristezza che si è spento il libraio delle Moline. Chi a Bologna vive o ha vissuto o, come chi scrive, studiato, sarà forse capitato in quella straordinaria e piccola libreria incastonata nel cuore della cittadella universitaria. A me capitò più volte nella prima metà degli anni Novanta, e ogni volta che vi entravo mi sembrava che il tempo si fermasse. Tra una lezione e l’altra mi rifugiavo in quella piccola miniera alla ricerca di una vecchia edizione di qualche volume introvabile, o di qualche testo che mi era stato segnalato da compagni di studi. A volte non conoscevo nemmeno l’autore e avevo solo poche informazioni di carattere generale, eppure il libraio mi guidava con sicurezza tra i corridoi stretti, creati da pile di libri, fino all’angolo dove si nascondeva una copia del volume che cercavo (non di rado anche scontata). Aveva baffi ottocenteschi e un accento straniero che lo rendevano ancora più curioso, solo successivamente seppi delle sue origini e della fuga dalla Grecia dei colonnelli. Ogni volta mi sorprendeva perché sembrava conoscere tutti i libri che coprivano ogni centimetro quadrato di quella piccola ma preziosa libreria, resa accogliente da una riposante musica di sottofondo (qualche pezzo jazz alternato ad un po’ di classica) e dalla flemma del titolare. Lo avevo soprannominato ‘quarta di copertina’, ma poi compresi che egli era andato ben oltre la lettura della scheda del libro, e bastava un attimo per rendersi conto della sua immensa cultura. Mi sono chiesto ad un certo punto se non avesse letto tutte quelle migliaia di libri che lo circondavano.
Solo adesso, nel momento che lascia questa terra, scopro che si chiamava Gregorio, anzi Grigorios.
Addio e grazie di tutto. Questa sera, prima di addormentarmi, aprirò un libro pensando a lui e lo leggerò in sua memoria.
GT

Addio a Gregorio, libraio con l´anima, di VALERIO VARESI da La Repubblica Edizione di Bologna del 10 aprile 2011
In via delle Moline Kapsomenos aveva creato un giacimento di testi introvabili
Era fuggito dalla Grecia dei colonnelli. Si è spento venerdì a 64 anni. Sarà sua moglie Marta ora a continuare l´attività

Bastava citare un argomento o un autore per mettere in moto quel prodigioso catalogo che custodiva nella sua testa con proverbiale memoria. Poi scattava da uno scaffale all´altro della libreria di via delle Moline pescando volumi e raccontandoteli con brevi, precise recensioni meglio della quarta di copertina. Grigorios Kapsomenos, per gli amici bolognesi semplicemente Gregorio, era così: un mirabile concentrato di cultura umanistica e conoscenza editoriale che ne facevano un personaggio unico fra gli ultimi librai indipendenti di Bologna. La sua morte, ieri a 64 anni dopo una lunga malattia, crea un grande vuoto nel mondo culturale cittadino. Attraverso la vetrina sotto i portici, in quel passaggio quasi obbligato verso la cittadella universitaria, dialogava ogni mattina con studenti e professori delle facoltà umanistiche per i quali la libreria era diventata negli anni un giacimento di testi altrove introvabili nel quotidiano turbinare di novità e best sellers. Favoriva con cura artigianale gli «accoppiamenti giudiziosi» tra l´interesse culturale e la disponibilità di opere. Un´arte che aveva imparato negli anni ´60, nel forzato esilio in Italia dalla sua Grecia afflitta dal regime dei colonnelli in cui non c´era più posto per un libertario antifascista come lui.
La cultura era la sua vocazione inseguita con caparbietà da libraio ambulante zaino in spalla casa per casa. Un pioniere che sceglieva i titoli da vendere esaminandoli col rigore della lettura in un quotidiano setaccio. E se un´opera veniva considerata meritevole, era riprodotta in fotocopia e distribuita sopperendo alle manchevolezze di un´editoria ormai industria sempre meno culturale. Poi, da nomade del libro, Gregorio era diventato stanziale aprendo la libreria in via delle Moline, prima in prossimità di via Belle arti e poi, dagli anni ´80, nel luogo in cui si trova ancora adesso. Libreria, ora mandata avanti dalla moglie Marta, dalla quale Gregorio non si era mai separato rinunciando persino alle vacanze. Da gennaio il male l´aveva costretto alla ritirata. In una sera fredda ha abbassato la saracinesca sapendo che non sarebbe più tornato tra i suoi amati libri.

Una solitudine troppo rumorosa. In ricordo di Gregorio

di Chiara Cretella
Gregorio.jpg[E' morto nei giorni scorsi Gregorio, titolare della Libreria delle Moline, un caotico e affascinante punto di riferimento per la Bologna non conforme. La parola a una persona che gli fu molto amica. Come alcuni di noi di Carmilla, del resto.]
La prima volta che ho chiesto al mio compagno perché suo figlio portasse un nome così particolare lui mi ha risposto che gliel’aveva dato in onore del suo carissimo amico libraio, una persona coltissima e umana, umile e appassionata.
Grigorios Kapsomenos gestiva, insieme alla sua compagna Marta, la Libreria delle Moline a Bologna. Grigorios è morto venerdì notte, lasciando un grande vuoto dentro tutti noi.
Non solo i suoi amici, ma tutta la città perde qualcosa di importante, una persona speciale, di cultura raffinatissima, l’uomo delicato che sapeva rispondere a qualsiasi domanda con un sorriso e una bibliografia sterminata.
Non aveva bisogno di computer Grigorios, aveva un suo catalogo interiore capace di fare collegamenti tra edizioni, traduzioni, prefazioni, ristampe, reminders.
Ho imparato ad amare, conoscendo Grigorios, il mestiere del libraio, lui era a Bologna uno degli ultimi rappresentanti di questa professione in via di estinzione; così come avevo scoperto un mondo quando avevo conosciuto i pochi, veri bibliotecari, quelli capaci di aprirti le porte di una meravigliosa wunderkammer interiore.
Anche i libri migliori sono in via di estinzione: mi aveva colpito uno di questi bibliotecari, che barattava carta vecchia con testi. Gli addetti allo smaltimento dei libri al macero non comprendevano questo suo accanimento, per loro la carta era sempre e solo carta, ma con il lavoro della talpa, quest’uomo era riuscito a metter in piedi una biblioteca di quindicimila volumi. Non una, bensì la “sua” biblioteca, l’espressione della bellezza che doverono provare gli autori dell’Encyclopédie, un sistema dove la ragione esplode in ramificazioni interconnesse come un sistema linfatico cerebrale o i profumi di un erbario.
L’‘effetto stupefacente’ dei libri è proprio questa droga lucidamente onirica: che puoi sentirne l’odore e vedere florilegi di esistenze, anche nella bidimensionalità della carta.
Non è solo quello che sai: il tipo di cultura che rappresentano persone come Grigorios è anche l’esercizio di un “teatro della memoria” che abbiamo demandato, nell’era di internet, a protesi informatiche.
È certo dunque, che questa nobile arte se ne và con chi ancora è capace di praticarla con la ricerca di una vita. Il senso profondo della catalogazione non è museificazione del sapere, ma esercizio dinamico, professione di poetica, cosmogonia di un mondo.
Ci si illude di scrivere per lasciare una traccia e Grigorios non ha scritto nulla e non aveva figli. Ma questo non rende più dolorosa la sua mancanza, riconferma invece l’eccezionalità di cosa è stata, per chi ha potuto conoscerlo, la sua insostituibile presenza.
È affascinante comprendere il meccanismo di questa intelligenza, che il più delle volte non trova il suo corrispettivo nella creatività ma può limitarsi alla semplice erudizione. Non era il caso di Grigorios. La sua cultura non era mai sterile nozionismo, né citazione per stupire. La sua dimessa autenticità stava in questa consapevolezza, di aiutare gli altri a cercare “il libro” che aveva in serbo per ognuno. Un giorno seppi che aveva studiato chimica e questo stupore mi confermò la sua brillante capacità di passare attraverso le discipline e le culture, senza sfoggiare mai una nota di saccenza: pensai ad una similitudine tra il suo modo di ragionare e la combinazione osmotica degli elementi.
Con Grigorios se ne và un pezzo di storia della nostra città che ha abdicato alle logiche del mercato e della grande distribuzione. Una delle ultime piccole librerie che devono fare i conti con la spietata concorrenza degli outlet, delle vendite online, nelle edicole o nei supermercati, dei prezzi di gestione degli affitti, dei pochi lettori, delle tendenze di acquisto che vanno verso i best seller, dei libri confezionati ad arte per target specifici, con le loro micro pillole di inutilità.
Ora i grandi magazzini di libri sono negozi multimediali, né le piccole librerie possono permettersi di vendere testi come prima occupazione: devono essere sale da the, caffetterie, posti da aperitivo, internet point, insomma qualunque cosa possa far entrare qualcuno senza avere l’idea che il motivo principale sia comprare un libro.
Chi seguirà l’esempio che Grigorios ci ha lasciato? Ci sarà ancora lo spazio di un dialogo tra il lettore e il suo “spacciatore di libri” o questo sarà solo colui che passa i libri in cassa? Sicuramente Grigorios è stata una figura degna di esser cantata tra i cammei di Spoon River celebrati da De André.
Qualche tempo fa, ho riletto Altri libertini di Pier Vittorio Tondelli. Non sapevo che avesse frequentato Grigorios, che fossero stati amici, ma l’ho subito riconosciuto nel ritratto che gli aveva dedicato. In quel momento Grigorios stava già male e ritrovarlo in quelle pagine è stato come riscoprire con lui un’intera generazione perduta. Ma noi non vogliamo dimenticarla.
Quando torniamo in Italia ci iscriviamo Gigi e io, all’università, a Bologna. Affittiamo una stanza con uso cucina da una signora anziana che occupa un’altra camera sul lato opposto dell’appartamento, fuori porta Saragozza. Lo stabile è dello Iacipì e la nonna, a rigore, non potrebbe subaffittare visto che la casa ce l’ha gratis, così siamo costretti a contrabbandarci per nipotini suoi con tutti gli inquilini e con l’ispettore del comune. Sullo stesso pianerottolo sta un vecchietto e anche lui ha studenti, il greco Grygoris che fa ingegneria ed è un fuoriuscito che a quei tempi là c’erano ancora i colonnelli. Con Grygoris ci si trova qualche sera che nevica a tirare una briscola, i vecchietti contro noi due, ma se la vincono sempre loro perché il greco è proprio negato a giocare alle carte eppoi c’è il fatto che non vuole imparare tutti quei segni di bocca e strizze di naso e slumate d’occhi per indicare re cavallo regina e fante e non si può mica comunicare senza i segni, cosa che sanno invece benissimo gli avversari che guardarli giocare sembra di stare al cabaret. Così perdiamo una partita sull’altra ma son sconfitte queste, che non lasciano traccia, nemmeno nel portafoglio perché i vecchietti giocano cinquanta lire ogni tre punti e così, se va proprio male, al massimo lasciamo sul tavolo l’equivalente del biglietto dell’autobus. Quando poi i colonnelli vacillano e cascan nella polvere altri patrioti vengono da Gigorys e per molte notti c’è festa grande con tutti gli abitanti dello stabile e si ride e si balla con tutti i fuoriusciti al quintopiano dello Iacipì.

Pier Vittorio Tondelli, Viaggio, in Altri libertini, 1980